Γραφικότητες

Πεζογραφία, ποίηση, γλώσσα και γραπτός λόγος, βιβλία
Γραφικός
Δημοσιεύσεις: 301
Εγγραφή: 24 Οκτ 2018, 10:45
Τοποθεσία: Κάποτε το καλύτερο μέρος του κόσμου, μετά γέμισε φασίστες.

Γραφικότητες

Μη αναγνωσμένη δημοσίευση από Γραφικός » 31 Οκτ 2018, 00:28

'δωνάς θα βάζω αυτά που γράφω.

Ζεϊμπεκιά

Το ζεϊμπέκικο που χόρευα για χρόνια,
όλος καμάρι,
βγήκε τελικά αμερικανιά.
Όσοι χειροκρόταγαν τριγύρω ρυθμικά
το έκαναν για πλάκα.
Σύντροφοι και γκόμενες
στα γέλια ήταν σκασμένοι.
Σήκωσα το παντελόνι
κι έφυγα κοιτώντας κάτω.
Τα γέλια, βροντερά, ακουγόνταν μέχρι πέρα

Τ' ακούω ακόμη.
Στη Μυτιλήνη,στο Αμπάρι στα Λαδάδικα κάθε Κυριακή έχει βραδιές μπλουζ. Ο DJ γαμάει.

Άβαταρ μέλους
Πάνας
Πιστοποιημένοι Πχωρουμίτες
Δημοσιεύσεις: 5817
Εγγραφή: 30 Μαρ 2018, 21:08

Re: Γραφικότητες

Μη αναγνωσμένη δημοσίευση από Πάνας » 31 Οκτ 2018, 00:31

: )

Γραφικός
Δημοσιεύσεις: 301
Εγγραφή: 24 Οκτ 2018, 10:45
Τοποθεσία: Κάποτε το καλύτερο μέρος του κόσμου, μετά γέμισε φασίστες.

Το ψάρεμα

Μη αναγνωσμένη δημοσίευση από Γραφικός » 31 Οκτ 2018, 00:31

Ο Παναγιώτης κι ο Στρατής είχανε δυο αντικριστά ξενοδοχεία στην διαδρομή
ανάμεσα σε Πέτρα και Μόλυβο. Πέρα από ένα «γεια» δε μιλιόντουσταν. Το σημείο
που βρίσκονταν τα ξενοδοχεία δεν ήταν σε πρώτη ζήτηση απ’ όσους ήθελαν να
πάνε διακοπές· απείχανε δυο χιλιόμετρα από τον δρόμο, ήταν μες στα κατσάβραχα.
Γεμίζανε μόνο τον Αύγουστο απ’ όσους κλείνανε δωμάτια τελευταία στιγμή και δεν
είχαν εναλλακτική.
Επειδή λοιπόν, όσο έβλεπαν την επιχείρησή τους άδεια μαράζωναν,
θεωρούσε ο κάθε ένας για τον εαυτό του ότι κάθε πελάτης που πατούσε στην
περιοχή τού ανήκε δικαιωματικά κι ότι ο άλλος τον έκλεβε. Μόνη παραφωνία στο
μεταξύ τους μίσος ήταν ένα ανεπαίσθητο αμοιβαίο τσίμπημα που προκαλούνταν
από παιδικές αναμνήσεις κοινών διακοπών. Τότε που βρίσκονταν κρυφά -οι
ανταγωνιστές γονείς τους τούς απαγόρευαν να κάνουν παρέα- και παίζανε,
πλακώνονταν και μοιράζονταν μυστικά.
Από το 2011 και μετά, χρόνο με τον χρόνο, η περίοδος που ήταν πλήρεις
μειωνόταν. Συνέχεια τους προσέγγιζαν πράκτορες με συμφωνίες τύπου «φαΐ, ποτό
και στέγη, 10 ευρώ την ημέρα ανά κεφάλι». Ο Παναγιώτης τους διαολόστελνε, ο
Στρατής κάποια στιγμή ενέδωσε αλλά στην προσπάθειά του να κρατήσει τις
υπηρεσίες του σε κάποιο στοιχειώδες επίπεδο, στο τέλος είχε ζημιά. Αυτό έγινε το
’14. Κατά το τέλος της σεζόν, κάποια στιγμή ανταμώσανε στον δρόμο. Ένιωθαν
πιεστικά την ανάγκη να εκφράσουν την απελπισία τους σε κάποιον κι ο κάθε ένας
ήταν ιδανικός ακροατής για τον άλλο, αφού τα ζόρια που τραβούσαν ήταν ίδια. Κάτι
είπε ο Στρατής, κάτι απάντησε ο Παναγιώτης, γκρινιάξανε, αστειεύτηκαν, βρίσανε
την κυβέρνηση και τους δανειστές και κατέληξαν για ούζα σ’ ένα καφενείο.
Μιλήσανε για την κρίση, για τα παιδικά τους χρόνια, για γυναίκες. Περάσανε τόσο
καλά που το ξανακάνανε ξανά και ξανά μέχρι που στο τέλος το καθιερώσανε. Τους
χώρισε το συμφέρον, τους ένωσε η μιζέρια.
Ήρθε η θερινή σαιζόν του 2015. Το νησί είχε γεμίσει πρόσφυγες. Η διαδρομή
μεταξύ Μυτιλήνης και Μολύβου ήταν γεμάτη από επιβιώσαντες πολέμου,
ανθρώπους που πέντε χρόνια πριν ήταν σαν τον μέσο περαστικό, ίσως και πιο
εύποροι. Στα ξενοδοχεία του Μολύβου έμενε πολύ λίγος κόσμος.
Μέσα Ιουλίου κι ο Παναγιώτης είχε εξυπηρετήσει μόνο έναν πελάτη από την
αρχή του καλοκαιριού, ο Στρατής έναν λιγότερο από τον Παναγιώτη. Η δουλειά
πήγαινε τόσο χάλια που είχαν σταματήσει να απελπίζονται, είχαν πια
αναισθητοποιηθεί. Αφού δεν υπήρχε καμία ελπίδα για να τους τρώει τα σωθικά, το
ρίξαν κι αυτοί έξω. Είχαν γίνει σχεδόν κολλητοί. Θυμούνταν τις κόντρες τους κι
αυτοσαρκάζονταν κι όταν κουράζονταν βρίζανε τους πρόσφυγες και τους
μετανάστες, τον πιο ορατό παράγοντα που αντιλαμβάνονταν ως υπαίτιο για την
κατάστασή τους. Τους κορόιδευαν για τα πάντα: Για το χρώμα τους, για την
κουλτούρα τους, για την συμπεριφορά τους σε σχέση με τα αυτοκίνητα. Υπήρχαν
πράματα για τον πολιτισμό των προσφύγων που, ιδέα μπορεί να μην είχανε οι δυο
τους, άποψη πάντως είχανε. Για να πούμε την αλήθεια, κι αυτοί που έρχονταν δεν
ήταν πολύ συνεργάσιμοι. Όταν έχεις θάψει την μάνα σου σε ερείπια, έχεις φτάσει
με χίλιους κινδύνους στα παράλια της Τουρκίας κι από εκεί μοιράζεσαι με άλλους

πενήντα μία βάρκα για δέκα ανθρώπους σε ένα εξαντλητικό και κατά πάσα
πιθανότητα θανατηφόρο ταξίδι, την στιγμή που φτάνεις στον προορισμό σου, αν
σου πούνε να μην πετάξεις σκουπιδάκια για να μη χαλάσεις την ζαχαρένια των
τουριστών, τους γράφεις λίγο. Θα μου πείτε: έφταιγε ο Παναγιώτης; Έφταιγε ο
Στρατής; Γιατί να καταστραφούν; Ναι, αλλά από την άλλη έφταιγαν οι πρόσφυγες;
Γενικά ποια ήταν η τελευταία φορά που στην διεθνή πολιτική την πλήρωσε αυτός
που έφταιγε;
Ένα απόγευμα προς το τέλος του Ιουλίου οι δυο φίλοι είχανε δώσει
ραντεβού να πάνε για ψάρεμα. Ο Παναγιώτης είχε μια βάρκα τεσσεράμιση μέτρα
και καμιά φορά έβγαιναν στ’ ανοιχτά για να ξεχάσουν τις σκοτούρες τους. Είχε τύχει
πολλές φορές να πετύχουν διάσωση προσφυγομεταναστών, αλλά οι ίδιοι δεν είχε
χρειαστεί να συμμετάσχουν. Κάθονταν και βλέπανε από πολύ μακριά.
Στον δρόμο προς το λιμάνι είδανε το μαγευτικό Μολυβιάτικο ηλιοβασίλεμα
να συνυπάρχει στο ίδιο πλάνο με μία ατελείωτη παρέλαση ήδη εξαντλημένων
προσφύγων που έπρεπε να περπατήσουν τα εξήντα δύο χιλιόμετρα που τους
χώριζαν από την Μυτιλήνη. Ποιος ξέρει από πού είχαν ξεκινήσει; Μπορεί να
υπάρξει άνθρωπος που θα επιλέξει να κάνει τις διακοπές του ανάμεσά τους; Ο
Παναγιώτης κι ο Στρατής σχολίασαν με τα μελανότερα χρώματα αυτούς που
έβλεπαν, κάτι που είχε πια γίνει παράδοση κάθε φορά που περνούσαν από εκεί.
Τους είχαν τελειώσει τα αστεία και κάθε φορά ξαναλέγανε τα ίδια και κάθε φορά το
καταδιασκεδάζανε όπως την πρώτη. Δεν ήταν καθαυτά τα αστεία που τους έκαναν
να γελάνε, αλλά η λύτρωση όταν εξωτερίκευαν την αρνητική ενέργεια που
δημιουργούνταν μέσα τους. Ήταν σαν χύτρα ταχύτητας που αν δεν απελευθερώσει
τον ατμό θα σκάσει.
Μπήκανε στην βάρκα. Όταν απομακρύνθηκαν από το λιμάνι ο ήλιος έπεσε
για τα καλά. Απομακρύνθηκαν από τις υπόλοιπες βάρκες για να έχουν την ησυχία
τους. Το μέρος που πήγανε δεν είχε μεν πολλά ψάρια, αλλά το αποτέλεσμα λίγο
τους ένοιαζε. Σημασία είχε η ησυχία, η θάλασσα κι η παρέα. Το φεγγάρι ήταν μισό.
Έδινε λίγο φως, αλλά δεν θα βλέπανε τίποτα αν δεν τραβούσε την προσοχή τους η
λάμψη ενός φακού.
Στο αχνό φεγγαρόφως ξεχώρισαν έξι ανθρώπινες φιγούρες. Το χρώμα τους
δεν φαίνονταν. Ακούγονταν ανδρικές φωνές, ακούγονταν γυναικείες φωνές κι ένα
παιδικό κλάμα γεμάτο αγωνία. Δεν είχαν πια απέναντί τους καφετιές καρικατούρες,
αλλά ανθρώπους που βρισκόταν σε κίνδυνο. Ο Παναγιώτης άλλαξε την ρότα της
βάρκας για να τους προσεγγίσει. Φοβόταν λίγο. Θα ‘βαζε έξι αγνώστους μέσα στην
βάρκα του· έξι απελπισμένους. Έριξε μια ματιά γύρω του να δει αν υπήρχαν άλλες
βάρκες για την διάσωση, μπας και την γλύτωνε ο ίδιος –όχι ότι υπήρχε περίπτωση
να είχαν δίπλα τους βάρκα και να μην την είχε δει, η κίνηση ήταν μάλλον
αντανακλαστική. Συνειδητοποίησε με λύπη πως δεν μπορούσε να γλιτώσει.
-Ασ’ τους ρε Παναγιώτη εκεί πού’ ναι! Τι θες και μπλέκεις;
Ο Παναγιώτης γύρισε κι έριξε στον Στρατή ένα ενοχλημένο βλέμμα που δήλωνε ότι
δεν υπήρχε καμία περίπτωση να σκεφτεί την πρότασή του.
- Ασ’ τους ρε Παναγιώτη σου λέω. Μόλις βγουν έξω θα μας λερώνουν κι αυτοί. Θα
παγαίνουν σαν ζόμπι μέχρι τη Μυτιλήνη και δεν θα έρχεται κανείς εδώ. Έξι
λιγότεροι -να πούμε- είναι έξι λιγότεροι. Δεν είναι πολλοί, αλλά είναι κάτι. Ασ’ τους
να πάνε στο καλό.

Είπε «να πάνε στο καλό» κι η φωνή του γλύκανε, σαν να μιλούσε από οίκτο, σαν να
ζητούσε από δήμιο να μην εκτελέσει τον καταδικασμένο, σαν να υπήρχε η
παραμικρή περίπτωση να μην πνιγούν. Ο Παναγιώτης κοίταξε μακριά. Δεν
καταδεχόταν να τ’ ακούει αυτά τα πράματα. Ο Στρατής όσο έβλεπε ότι τα λόγια του
έπεφταν στο κενό, τόσο περισσότερο τσαντίζονταν και φώναζε επαναλαμβάνοντας
τα ίδια επιχειρήματα και κυρίως την φράση «άσ’ τους». Έπιασε τον Παναγιώτη από
τον ώμο για να τραβήξει την προσοχή του κι αυτός τον έσπρωξε βίαια. Έμεινε εκεί
που έπεσε με μάτια γεμάτα ένταση, μη θέλοντας να συμμετέχει σε αυτό που
γινόταν
Όταν ο Παναγιώτης προσέγγισε τον κόσμο που πνιγόταν, οι δύο από τους
τρεις άνδρες στη θάλασσα γαντζώθηκαν απ’ το ζωνάρι της βάρκας, το ξύλο πάνω
από τα πλευρά της. Έτσι άτσαλοι που ήταν υπήρχε φόβος να μπατάρουν τη βάρκα
οπότε τους έβαλε πρώτους. Μέχρι να βάλει τον δεύτερο γαντζώθηκε κι ο τρίτος,
οπότε τον έβαλε κι αυτόν. Μετά έσκυψε και γράπωσε την μία από τις γυναίκες,
αυτή με το μωρό. Ένιωθε τύψεις που δεν την έβαλε πρώτη, αλλά αν μπατάριζε η
βάρκα δεν θα σωζόταν κανείς. Όταν μπήκε η γυναίκα το παιδικό κλάμα σταμάτησε
απότομα κι αφύσικα. Το μωρό τής είχε πέσει στην προσπάθειά της ν’ ανέβει.
Πανικός, φωνές, κακό, φθόγγοι που δεν βγάζανε νόημα σε καμία γλώσσα. Βούτηξε
ο Παναγιώτης να το πιάσει χωρίς να προλάβει να βγάλει ούτε το πουκάμισό του. Το
παιδί δεν είχε προλάβει να βουλιάξει, κουνούσε ενστικτωδώς πάνω- κάτω τα
χεράκια του κι έμενε ψηλά. Τ’ ότι η πρώτη φορά που αντίκρισε ο Παναγιώτης τόσο
τρόμο ήταν σε μάτια παιδιού τον σόκαρε. Θα έμενε παγωμένος αν δεν είχε τόση
ένταση και δεν χρειαζόταν να δράσει γρήγορα.
Με το που το έπιασε όμως, η άλλη γυναίκα τον γράπωσε για να κρατηθεί
στην επιφάνεια κι άρχισε να τον βουλιάζει. Είχε να την αντιμετωπίσει αυτή, είχε το
μικρό που τον βάραινε, είχε και το κλάμα πάνω από το κεφάλι του, τόσο
διαπεραστικό που τον εμπόδιζε να χρησιμοποιήσει το εκατό τοις εκατό της δύναμής
του. Πήγε να πιάσει το ζωνάρι της βάρκας, αλλά δεν τα κατάφερε. Προσπάθησε
άλλη μια φορά, τίποτα. Πριν την τρίτη προσπάθεια, αυτή που θα έβαζε πια όση
δύναμη είχε και δεν είχε, σκέφτηκε «τώρα ή τα καταφέρνω ή πεθαίνουμε όλοι».
Κόντρα στο βάρος των ανθρώπων πάνω του, όλοι οι μυς του σώματός του γεμίσανε
ένταση. Πετάχτηκε σαν δελφίνι κι ένιωσε τα δάχτυλά του να γλιστράνε στο λείο
πλευρό της βάρκας. «Αυτό ήταν, πάει» σκέφτηκε απελπισμένος ενώ βούλιαζε. Το
κλάμα ξαναβουβάθηκε. Η θέλησή του τον εγκατέλειψε.
Το μετάνιωσε όμως και προσπάθησε τέταρτη φορά. Και τώρα τα κατάφερε
κι η λαβή του τον κράτησε από το χείλος της βάρκας. Στο ένα του χέρι το παιδί, από
την άλλη πλευρά η πρόσφυγας γαντζωμένη, αλλά αυτός τα είχε καταφέρει. Η μάνα
άρπαξε το παιδί. «Στρατή! Έλα δω ρε Στρατή» είπε ανάμεσα σε βλαστήμιες που δεν
χρειάζεται να γραφτούν. Ο Στρατής σηκώθηκε και τον είδε γεμάτος θρίαμβο, μίσος
και τρέλα. Δεν είπε τίποτα και δεν έκανε καμία κίνηση προς τον Παναγιώτη. «Αν δεν
με σηκώσεις, θα έρθω κολυμπώντας στο χωριό και θα σε κάνω ρεζίλι» φώναξε με
τόση δύναμη που δεν ήξερε ότι του είχε απομείνει. Αν σταματούσε να κουβαλά την
γυναίκα που στηρίζονταν πάνω του θα μπορούσε να γυρίσει πίσω κολυμπώντας. Θα
προτιμούσε να πνιγεί παρά να τους αφήσει αλλά αυτό δεν το ήξερε ο Στρατής που, σαν να συνήλθε, έτεινε το χέρι του στον Παναγιώτη.
Μέχρι τα μισά της διαδρομής προς το λιμάνι δεν ακουγόταν τίποτα. Ακόμα
και το παιδί είχε ηρεμήσει. Κάποια στιγμή ο Στρατής είπε του Παναγιώτη.

-Πιο πριν, αυτά που έλεγα, ήταν για πλάκα. Το ξέρεις έτσι; Για πλάκα τα έλεγα.
-Ναι ρε. Το είχα καταλάβει, είπε ψέματα ο Παναγιώτης χωρίς να καταφέρει να
κρύψει την απαξίωση που ένιωθε.
Δεν ειπώθηκε κάτι άλλο μεταξύ τους.

Από τότε δεν ξαναβγήκανε ποτέ μαζί. Λέγανε πού και πού ένα γεια, το κόψανε κι αυτό με τον καιρό. Την φιλία την αντικατέστησε ένα υπόκωφο μίσος που περιμένει να βρει ευκαιρία και να εκδηλωθεί.
Στη Μυτιλήνη,στο Αμπάρι στα Λαδάδικα κάθε Κυριακή έχει βραδιές μπλουζ. Ο DJ γαμάει.

Άβαταρ μέλους
Πάνας
Πιστοποιημένοι Πχωρουμίτες
Δημοσιεύσεις: 5817
Εγγραφή: 30 Μαρ 2018, 21:08

Re: Γραφικότητες

Μη αναγνωσμένη δημοσίευση από Πάνας » 31 Οκτ 2018, 00:48

Τα είπες όλα... συγνώμη που γράφω και εγώ εδώ αλλά δεν γίνεται να μην πω κάτι μετά από αυτό που διάβασα.

Γραφικός
Δημοσιεύσεις: 301
Εγγραφή: 24 Οκτ 2018, 10:45
Τοποθεσία: Κάποτε το καλύτερο μέρος του κόσμου, μετά γέμισε φασίστες.

Re: Γραφικότητες

Μη αναγνωσμένη δημοσίευση από Γραφικός » 31 Οκτ 2018, 00:55

Πάνας έγραψε:
31 Οκτ 2018, 00:48
Τα είπες όλα... συγνώμη που γράφω και εγώ εδώ αλλά δεν γίνεται να μην πω κάτι μετά από αυτό που διάβασα.
Πλάκα μου κάνεις και ζητάς συγνώμη;
Τιμή μου αυτά που λες.
Στη Μυτιλήνη,στο Αμπάρι στα Λαδάδικα κάθε Κυριακή έχει βραδιές μπλουζ. Ο DJ γαμάει.

Άβαταρ μέλους
Πάνας
Πιστοποιημένοι Πχωρουμίτες
Δημοσιεύσεις: 5817
Εγγραφή: 30 Μαρ 2018, 21:08

Re: Γραφικότητες

Μη αναγνωσμένη δημοσίευση από Πάνας » 31 Οκτ 2018, 01:37

Γραφικός έγραψε:
31 Οκτ 2018, 00:55
Πάνας έγραψε:
31 Οκτ 2018, 00:48
Τα είπες όλα... συγνώμη που γράφω και εγώ εδώ αλλά δεν γίνεται να μην πω κάτι μετά από αυτό που διάβασα.
Πλάκα μου κάνεις και ζητάς συγνώμη;
Τιμή μου αυτά που λες.
Δεν ξέρω πόσο θα αγγίξει όποιον το διαβάσει, εμένα με άγγιξε και μάλιστα πάρα πολύ.
Η Γιαγιά μου ήρθε πρόσφυγας από την Μικρασία και εγκαταστάθηκαν στην Μυτιλήνη, πέρασαν δύσκολα, κάτι ανάλογο με την Μόρια.
Τελικά με πολύ δουλειά ως ράφτρα κατόρθωσε και πήρε ένα σπίτι, μη φανταστείς κάτι μεγάλο, 30 τετραγωνικά πίσω από το άγαλμα της ελευθερίας.
Η μητέρα μου μέχρι να πεθάνει πριν δύο χρόνια, παρόλο που τα είχε χαμένα, όταν έβλεπε στις ειδήσεις για τους πρόσφυγες έλεγε πάντα μια κουβέντα: Αχ, τι να κάνουν αυτοί οι κακόμοιροι άνθρωποι μέσα στο κρύο στις σκηνές,,. Πάντα αυτό έλεγε, λες και είχε κολλήσει η βελόνα. Παρόλο που δεν το είχε βιώσει.
Έτυχε να γνωρίσω στον στρατό τον κουμπάρο μου. Φανατικός αριστερός του ΚΚΕ. Κατά τύχη τον λένε και αυτόν Στρατή και είναι από την Στύψη.
Έχει σπίτι εκεί και πάει κάθε χρόνο.
Η γιαγιά μου όταν μετακόμισε στην Αθήνα δεν μπόρεσε να κρατήσει το σπίτι. Αλλά πάντα το μυαλό της ήταν στην Μυτιλήνη, ο καημός της ήταν να πάει για τελευταία φορά εκεί αλλά δεν πρόλαβε.
Ο κουμπάρος μου ο Στράτος που λες στην αρχή ήταν πολύ ευαίσθητος με τους πρόσφυγες όταν ξεκίνησαν οι ροές. Φέτος μετά το καλοκαίρι που είχε πάει στο νησί ήρθε σπίτι μου άρχισε ξαφνικά να γκρινιάζει. " Και τι θα γίνει με τους μετανάστες (σταμάτησαν να είναι πρόσφυγες) έχουν καταστρέψει το νησί¨και πολλά άλλα διάφορα. Σε κάποια στιγμή τον διέκοψα και του λέω, εσύ δεν είσαι αριστερός τι είναι αυτά που λες;
Ε, και τι με αυτό μου λέει, αυτοί είναι ζώα.
Άνθρωποι του λέω είναι.
Έκανε μια γκριμάτσα και προσπάθησε να αλλάξει την συζήτηση.
Τον άφησα να την αλλάξει αλλά η σχέση μας πια δεν θα είναι η ίδια. Όχι μόνο για τους πρόσφυγες αλλά για όλο το κόνσεπτ μαζί και με αυτό του αριστερού.. Εγώ αριστερός δεν είμαι.
Τους ανθρώπους μετράω στις δύσκολες στιγμές.
Ξέρω δεν τα γράφω όμορφα όπως εσύ και τα γράφω ως περίληψη, αλλά πιστεύω να κατάλαβες.

Γραφικός
Δημοσιεύσεις: 301
Εγγραφή: 24 Οκτ 2018, 10:45
Τοποθεσία: Κάποτε το καλύτερο μέρος του κόσμου, μετά γέμισε φασίστες.

Ανθή

Μη αναγνωσμένη δημοσίευση από Γραφικός » 01 Νοέμ 2018, 01:07

Κάθε φορά που τα μάτια μου κλείνουν
επειδή τα πράματα ζορίζουν
κι αποζητώ ένα διάλλειμα σε μια εικόνα ευτυχίας
το πρόσωπό σου κυριαρχεί

Κι αν ούτε πέντε ειν' οι στιγμές που σ' έχω δει
σχεδόν γνωστή μου Δουλτσινέα
Σε σένα βρήκα την απάντηση
"Γιατί να υπάρχει αυτός ο κόσμος;"

Ανθή της σπουδής και
Ανθή της βιοπάλης
Ανθή της ομρφιάς και
Ανθή της διάνοιας
- και της διανόησης
- και του λαού

Ανθή των πάντων
π' ανθεί τα πάντα
μες στο φθινόπωρο.
SpoilerΕμφάνιση
Δεν απευθύνεται σε καμιά Ανθή εντός πχόρουμ -να εξηγούμαστε να μην παρεξηγούμαστε.
Στη Μυτιλήνη,στο Αμπάρι στα Λαδάδικα κάθε Κυριακή έχει βραδιές μπλουζ. Ο DJ γαμάει.

Γραφικός
Δημοσιεύσεις: 301
Εγγραφή: 24 Οκτ 2018, 10:45
Τοποθεσία: Κάποτε το καλύτερο μέρος του κόσμου, μετά γέμισε φασίστες.

Διδακτικό παραμύθι

Μη αναγνωσμένη δημοσίευση από Γραφικός » 08 Νοέμ 2018, 21:29

Οι τσάντες για γύρο δεν είναι καθόλου άχρηστες.
Ήταν κάποτε ένα κοριτσάκι που αγαπούσε πολύ ένα γατάκι που είχε. Το αγαπούσε τόσο πολύ που μια φορά σκέφτηκε "Τι ωραία που θα ήτανε να σκοτωθούμε παρέα κι έτσι να είμαστε για πάντα μαζί". Το πήρε στην αγκαλιά του κι έπεσε από πολύ ψηλά, καθώς πέφτανε όμως θυμήθηκε ότι στο κατηχητικό της είχανε πει ότι τα ζώα δεν έχουν ψυχή. Το γατάκι δεν θα την ακολουθούσε πουθενά. "Τι χαζή που είμαι. Συγνώμη γατάκι". Το γατάκι τότε, γεμάτο αγωνία, έβγαλε από την τσέπη του μία τσάντα για γύρο και την άνοιξε πάνω από το κεφάλι του για να την κάνει αλεξίπτωτο. Φυσικά δεν έγινε τίποτα. Σκάσανε κι οι δύο πάνω στο πεζοδρόμιο, αλλά το γατάκι έζησε. Λίγο μετά το πάτησε ένα αυτοκίνητο.
Την επόμενη φορά που θα σας πούνε ότι οι τσάντες για γύρο είναι άχρηστες να τους πείτε αυτή την ιστορία.
Στη Μυτιλήνη,στο Αμπάρι στα Λαδάδικα κάθε Κυριακή έχει βραδιές μπλουζ. Ο DJ γαμάει.

Απάντηση

Επιστροφή στο “Λογοτεχνία”

Phorum.com.gr : Αποποιητήριο