Κλινοσοφιστεῖες καὶ ὄχι μόνον.

Πεζογραφία, ποίηση, γλώσσα και γραπτός λόγος, βιβλία
Άβαταρ μέλους
The Rebel
Δημοσιεύσεις: 3573
Εγγραφή: 31 Μαρ 2018, 18:18
Phorum.gr user: Wild Rebel

Κλινοσοφιστεῖες καὶ ὄχι μόνον.

Μη αναγνωσμένη δημοσίευση από The Rebel » 14 Μαρ 2019, 18:28

Τετάρτη, 13 Μαρτίου 2019
Θέατρο τοῦ Ὀνείρου
Παραστάσεις γιὰ νήπια.

Ἄνθος ὀρύζης μὲ παραμυθάκια.

Εικόνα
Δήμητρα καὶ Περσεφόνη.

Τοῦ Ἰάνη Λὸ Σκόκκο,
ἐν εἴδει σατυρικοῦ δράματος.


* Ἐγράφη τὴν 7η Ἰανουαρίου 1997.

1η παράστασις,
4 Φεβρουαρίου 1997,
σττὸν Α΄ Παιδικὸ Σταθμὸ Ἁγίου Ἰωάννη Ρέντη.

2η παράστασις,
Ε΄ Παιδικὸς Σραθμὸς Πειραιῶς, (13.2 1997).
Ἀκολούθησαν ἆλλες 130 παραστάσεις.
--
Τὰ πρόσωπα τοῦ ἔργου:

Θεὰ Δήμητρα..................... Μιμὴ Γουλέτα.
Θεὸς Διόνυσος...................Ἰάνης Λὸ Σκόκκο.
Περσεφόνη........................ Ἕνα κοριτσάκι ἀπὸ κάθε παράσταση.

Μουσική:
Μάνος Χατζιδάκις
καὶ τὰ ἀρχαῖα: Σίκινις – Βακχικὸς χορός - Ἐπιτάφιος Σεικίνου -
Κόσμου ἐκπύρωσις (Ἐργαστῆρι Παλαιᾶς Μουσικῆς,
κορυφαῖος Πέτρος Ταμπούρης).

Ἐνδυμασίες:
βάσει ἀρχαϊκῶν παραστάσεων,
κατασκευὴ Μιμὴ Γουλέτα.

Τὰ δύο κείμενα τῆς παραστάσεως “Ἆνθος ὀρύζης μὲ παραμυθάκια”
(<Μιὰ Κοκκινοσκουφίτσα ἀλλοιώτικη...> καὶ <Δήμητρα καὶ Περσεφόνη>)
ἀφιερώνονται στὴν σύζυγό μου ποὺ θριαμβεύει καὶ στὰ δύο.

Εικόνα

* * *
Δήμητρα: (Περιφέρεται σὲ χῶρον ἀνοιχτό, μεγαλοπρεπὴς καὶ ἀνήσυχη. “Διακρίνει” τὰ παιδιὰ θεατές). (Μουσική, “Σίκινις”, προτοῦ ἐμφανισθεῖ ἡ Δήμητρα ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ μονολόγου της).
Δήμητρα μὲ λένε· καὶ ὁ καθένας ξέρει,
στὴ Γῆ, πόσες δουλειὲς κάνω τὸ καλοκαῖρι.
Ἄλλη καμιὰ θεὰ τοῦ Ὀλύμπου, ἐγὼ μόνη,
μὲ τὴν κόρη μου δουλεύω, τὴν Περσεφόνη.

Ἦρθα γιὰ λίγο, νὰ σᾶς δῶ καὶ νὰ σᾶς φέρω
λουλούδια, καρποὺς κι’ ὅ,τι καλὸ προσφέρω
ἐγὼ στοὺς ἀνθρώπους – χρόνια τώρα καὶ αἰῶνες:
σιτάρια, μῆλα, πανσέδες, κρίνους, ἀνεμῶνες...

Ξέρω νὰ ξεχνῶ, πᾶντα, βάσανα καὶ κόπους.
Εἶμαι ἡ πρώτη θεὰ π’ ἀγαπῶ τοὺς ἀνθρώπους.
Καὶ σᾶς θὰ σᾶς βοηθήσω.
- Μπορῶ λίγο νὰ καθίσω;
Μὴ γνοιάζεστε, ποτὲ δὲν τρώγω καὶ δὲν πίνω...
Νἆστε καλά!... Γιὰ σᾶς, καὶ τὴν ψυχή μου δίνω.

Ὅσο θυμᾶμαι...
- πόσο λυπᾶμαι...
Τί ἔχω, στὴν ζωή μου, τί ἔχω τραβήξει!...
Ἀκόμα πονάω - κι’ ἄς ἔχουν ὅλα λήξει.
Ὁ Κρόνος, πρῶτα· πατέρας νὰ σοῦ πετύχει!
Γεννήθηκα καὶ μ’ ἔφαγε. Καλή μου τύχη,
τὄμαθε κι’ ὀργίστηκε, μὲ γλύτωσεν ὁ Δίας,
ὁ παντοδύναμος θεός. - Στάλα κακίας
δὲν ἔχω πάντως στὴν καρδιά μου γιὰ τὸν Κρόνο.
Εἶπα: “ - Ἄσ’ τον! Θὰ μετανιώσει μὲ τὸν χρόνο”.

Ἀλλοίμονο! Κι’ ἆλλο κακό, ἀργότερα,
χειρότερο τώρα μὲ βρῆκε ἀπὸ πρότερα.
Ὁ Δίας, ποὺ ἆλλο δὲν κάνει,
- ἀπορῶ πῶς τὰ προφτάνει... -
καὶ τὶς ὡραῖες ἐρωτεύεται,
μὲ τὸ ζόρι κι’ ἐμὲ παντρεύεται!
Χίλιες φορὲς τοῦ τὄχα πεῖ: “ - Δὲν θὰ παντρευτῶ
παρὰ μονάχα σὰν στ’ ἀλήθεια ἐρωτευτῶ!”

Ὥς καὶ ὁ οὐρανὸς ἀκόμη βάφτηκε μαῦρος,
σὰν ἦρθε ὁ Δίας... - μεταμορφωμένος ταῦρος!...
Τρόμαξα. Κι’ ἔμπηξα φωνή: “ - Βοηθᾶτε με!...”
Ἔγινα μεμιᾶς φοράδα – συμπαθᾶτε με.
Μὰ τοῦ Δία ἡ ἀγάπη, δὲν γιατρεύεται.
Ἄθελά μου, ἐπὶ τόπου, ...μὲ παντρεύεται.

(Μουσική, Βακχικὸς χορός. Μπαίνει ὁ Διόνυσος σὲ ἔκσταση, πίνοντας, χορεύοντας, τρώγοντας σταφύλια. Κρατᾶ κλῶνο ἀμπελιοῦ).

Ἀλλά, τί βλέπω; - Ὁ Διόνυσος, καλέ! Νά τος!
Μισομεθυσμένος...

Διόνυσος: Ὁ κᾶμπος μυρωδάτος
γέμισε σταφύλια. Νὰ φτιάξουμε κρασάκι...
Πῶς εἶσαι, Δήμητρα; Θέλεις νὰ πιεῖς λιγάκι;

Δήμητρα: Διόνυσε, φίλε θεέ, καλῶς μᾶς ὅρισες.

Διόνυσος: Κοῖτα! Ἡ οἰνοχόη ποὺ μοῦ δώρισες!...

Δήμητρα: Πᾶντα πιωμένος...χορευτής... Πῶς ἔτσι μόνος;
Ἡ συντροφιά σου;

Διόνυσος: Τοῦτος ὁ κλῶνος
πρέπει νὰ φυτευτεῖ,
μετὰ νὰ κλαδευτεῖ.
Νὰ βγάλει σταφυλάκια,
νὰ φᾶνε τὰ παιδάκια.
(Σταματάει τὸν χορό του, δίνει τὸν κλῶνο σ’ ἕνα παιδὶ θεατή).

Δήμητρα: Μὲ χαρά μου νὰ σὲ βοηθήσω.
Σίμωσε, κάτι νὰ σὲ ρωτήσω.
Κεῖνο κεῖ τὸ κοριτσάκι, ποὺ καμαρώνει...
(Ὁ Διόνυσος βλέπει ἀλλοῦ προσποιούμενος τὸν μύωπα).
...δὲν μοιάζει μὲ τὴν κορούλα μου, τὴν Περσεφόνη;
(Ὁ Διόνυσος κάνει πὼς δὲν κατάλαβε).

Διόνυσος: Ναί, πολύ.
Ἔδωσε, φέτος, ἡ ἐληά μας λάδι;

Δήμητρα: Διόνυσε, δὲν γύρισε ἀκόμη ἀπὸ τὸν Ἅδη.

Διόνυσος: Ρωτᾶς γιὰ τὴν Περσεφόνη;
Θἄρθει, μὲ τὸ πρῶτο χελιδόνι.
Νὰ δεῖς, τὴν Ἄνοιξη, λουλούδια θὰ μᾶς φέρει...
...φυτεμένα, ὅλα, ἀπὸ τῆς κόρης σου τὸ χέρι.

Δήμητρα: Πάω ψηλά, στὸν Ὄλυμπο. Ἀπὸ κεῖ πάνω,
νὰ δῶ ἄν ἔρχεται... Δὲν ξέρω τί νὰ κάνω.
(Βγαίνει ἀνήσυχη).

Διόνυσος: (Ἀφοῦ βεβαιωθεῖ ὅτι ἡ Δήμητρα ἀπομακρύνθηκε).
Πολὺ τὴν ἐκτιμῶ γιατί δουλεύει.
Καλὸ κάνει στοὺς ἀνθρώπους καὶ δὲν γυρεύει
παρὰ νὰ τὴν ἀγαπᾶνε
- ...τόσα τοὺς δίνει νὰ φᾶνε!...
Ἀλλὰ κι’ ὅλοι τὴν ἐκτιμοῦνε,
μὲ γιορτὲς τὴν φχαριστοῦνε.
(Ἀμηχανία).
Ἄς πιῶ!
(Πίνει. Κοιτάζει γύρω του).
Κρασὶ βεβαίως!...
(Πίνει). Ἄν κι’ ἐσεῖς διψᾶτε...
μαγαλῶστε πρῶτα, ...κι’ ὕστερα μοῦ ζητᾶτε!
Λίγο κρασί, στὴν καθισιά μας, ὅταν πιοῦμε,
ξεκούραση μᾶς φέρνει, βάσανα ξεχνοῦμε...
(Πίνει. Σὰν νὰ τὸ θυμήθηκε τώρα).
Ἡ Δήμητρα; Ποτὲ δὲν πίνει... - οὔτε στάλα!
Τῆς ἀρέσει τὸ ψωμί, θέλει καὶ τὸ γάλα,
στὰ σπίτια ὅλων, νὰ μὴν λείπουν, κάθε μέρα.
Θἄλεγα, ὅλου τοῦ κόσμου εἶναι ἡ μητέρα.
(Ἀμηχανία).
Κι’ ἔχει... - πῶς νὰ τὸ πῶ; Νὰ μ’ ἀκούσει, δὲν μπορῶ.
(Ἐμπιστευτικά).
Τὴν κορούλα της, τὴν Περσεφόνη...

Δήμητρα: Ἀπορῶ,
Διόνυσε, γιατί ἀκόμα τόσο κρύο κάνει
κι’ οὔτε ἡ Ἄνοιξη οὔτε ἡ Περσεφόνη φτάνει;

Τί σᾶς ἔλεγα, παιδιά μου;
Ἄχ, τί πόνος στὴν καρδιά μου!...
Σᾶς ἔλεγα τὶς συμφορές μου καὶ τὰ πάθη.
Τί φταῖνε τὰ παιδιά, γιὰ τῶν γονιῶν τὰ λάθη;

Ὤ! Μαύρη μέρα, στὰ χωράφια ποὖχα τρέξει...
(Μουσική. Ἐπιτάφιος Σεικίνου).
...μόνη, νὰ ὀργώσω..., νὰ φυτέψω..., πρὶν νὰ βρέξει
κι’ ἄφησα τὴν μικρή μου στὰ λιβάδια... Ἀλλοί μου!
Ἔσκυψε στὴν λίμνη, - κι’ ἔχασα τὸ παιδί μου.
Ἕνα λουλοῦδι,
τὸ ἀγγελοῦδι,
ἅπλωσε τὸ χεράκι της, ἔτσι, νὰ πιάσει·
κι’ ἄνοιξ’ ἡ γῆς· καὶ ἔπεσε· ὁ Ἅδης νὰ χορτάσει.
Ὁ Ἅδης, αὐτός, ὁ βασιληᾶς στὸν κόσμο κάτω.
Λὲς κι’ ἔκαμα τὸ παιδί μου ἐγὼ καὶ τοῦπα: - Φά’ το!

Κορούλα μου, καμάρι μου! Πῆγα νὰ δουλέψω!
Σιτάρι φύτευα. Δὲν ἔφυγα νὰ κλέψω.

Διόνυσος: Εὐθύς, καὶ ποῦ δὲν ἔτρεξε...

Δήμητρα: Χρυσὸ παιδί μου!

Διόνυσος: Φώναζε...

Δήμητρα:
Ποῦ βρίσκεσαι; Ποῦ; Σ’ ἔχασα, ψυχή μου!

Αὔριο ἡ συνέχεια...........................................................................

Εικόνα
Με κυβερνητική εντολή & δαπάνες των Ελλήνων Μακεδόνων μαχητικά της ΠΑ προστατεύουν τα Σκόπια από τους... εξωγήινους!

Άβαταρ μέλους
Juno
Δημοσιεύσεις: 4096
Εγγραφή: 01 Απρ 2018, 01:46
Phorum.gr user: Juno και-ένα-ακόμα-αρχαίο

Re: Κλινοσοφιστεῖες καὶ ὄχι μόνον.

Μη αναγνωσμένη δημοσίευση από Juno » 14 Μαρ 2019, 19:20

Ο κύριος Κλινοσοφιστής! :)
Leporello έγραψε:
24 Ιαν 2019, 18:07
Nέα τζουνιά! Ο Αβέρωφ με αυτά που δήλωνε το ... 1962 θα διαψεύσει ΕΜΕΝΑ που μιλάω την γλώσσα.
Leporello: γιατί ο Αβέρωφ δεν ήξερε τι έλεγε!

Άβαταρ μέλους
Natasha
Δημοσιεύσεις: 945
Εγγραφή: 31 Μαρ 2018, 00:12

Re: Κλινοσοφιστεῖες καὶ ὄχι μόνον.

Μη αναγνωσμένη δημοσίευση από Natasha » 15 Μαρ 2019, 12:31

Που είναι αυτός;
«Μόνο την ώρα του θανάτου μας είναι που η ζωή μας –σε αυτό το σημείο ανεξιχνίαστη, διφορούμενη, ανεσταλμένη- παίρνει νόημα.»

Πιερ Πάολο Παζολίνι

Άβαταρ μέλους
The Rebel
Δημοσιεύσεις: 3573
Εγγραφή: 31 Μαρ 2018, 18:18
Phorum.gr user: Wild Rebel

Re: Κλινοσοφιστεῖες καὶ ὄχι μόνον.

Μη αναγνωσμένη δημοσίευση από The Rebel » 15 Μαρ 2019, 18:39

Τετάρτη, 6 Μαρτίου 2019
Θέατρο τοῦ Ὀνείρου.

Εικόνα

Τὸ 1997, ὁ Σπύρος πήγαινε πιὰ στὸ Λύκειο - ἄρα ἔπρεπε κι' αὐτὸς νὰ διακόψει, ὅπως ἡ Ζωὴ καί, ὅπως εἴχαμε συμφωνήσει, τὴν συνεργασία του μὲ τὸ θέατρό μας.
Προκύψαμε, μείναμε ἠθοποιοὶ δύο. Ἡ Μιμὴ κι' ἐγώ.
Προορισμένο κοινό μας, μικρὰ παιδιὰ πάντοτε. Ποὺ κατὰ τὸ συνήθειο, θέλουν θέαμα πολύ, πρόσωπα πολλὰ καὶ βαβούρα νὰ τὰ διατηρεῖ... ξύπνια! Ναί, ἐμένα μοῦ λές;...
Σκεφτήκαμε πολὺ καὶ πολλά, καταλήξαμε: οἱ δυό μας. Καὶ τὸ θέατρο, θέατρο: καμία ὑποχώρηση σὲ βάρος τοῦ θεάτρου. Εἴπαμε: θεωροῦσα τὸ κοινό μας θεατρόφιλο, πεπειραμένο - κι' ἄς μὴν εἶχαν ξαναδεῖ θέατρο. Ἔλεγα πὼς ἔχει δεῖ καὶ...Στρίντμπεργκ ἀκόμη, ὄχι μόνον Σαίξπηρ καὶ Σοφοκλῆ! Κι' ἄς μὴν ἤξεραν οὔτε κἄν τὰ ὀνόματα. Τὸ θέατρο Μουσούρη, τὸ θέατρο Τέχνης ἦταν... τὰ προσφιλῆ στέκια τῶν θεατῶν μας, - ὑποτίθεται. Ὅταν, τὸ 1985, ξεκινήσαμε τὴν τόλμη νὰ κάνουμε, χωρὶς δεκάρα τσακιστὴ καὶ κυριολεκτικῶς νηστικοί, θέατρο, εἴχαμε ὁρκιστεῖ: αὐστηρότητα καὶ πειθαρχία ὅπως στὸ θέατρο "Θυμέλη" τῆς Ἕλλης Βοζικιάδου, ἀπ' ὅπου μόλις εἶχα φύγει. Μὴν ξεχνᾶμε, ἡ πρώτη μας παράσταση, μὲ καταιγίδα βροχῆς, πῆγε ἄπατα: 40 προσκλήσεις (δωρεὰν εἴσοδος) καὶ 27 εἰσιτήρια. Οὔτε ἡ αἴθουσα δὲν...πληρώθηκε. Ἀλλὰ καλλιτεχνικὸς θρίαμβος.
Σκέφτηκα μιὰ σειρὰ παραστάσεων μὲ δύο ἔργα, περίπου 40΄ τὸ καθένα, σὲ ἕνα πρόγραμμα. Μιὰ κωμωδία, πρῶτα. Κ' ἕνα δράμα, ὕστερα. Ἀκριβῶς ἀντίστροφα ἀπ' ὅπως γινόταν στὴν ἀρχαία Ἀθήνα.
Πολὺ γρήγορα (!) ἔγραψα τὰ δύο πρῶτα (ἀκολούθησαν ἆλλα δύο, ποὺ ἤδη δημοσιεύθηκαν ἐδῶ):
* Μιὰ Κοκκινοσκουφίτσα ἀλλοιώτικη...
καὶ
* Δήμητρα καὶ Περσεφόνη.
καὶ ἐπανέρχομαι στὰ ἴδια: ἀπάντηση σὲ μερικοὺς (πολλοὺς) ποὺ σοῦ λένε:
" - Σὰν τί θέατρο, τί τέχνη μπορεῖς νὰ κάνεις μὲ τὰ νήπια;..."
Ἀλλά, τὰ νήπια ἐκδικοῦνται ἀπολαμβάνοντας. Πολλὲς φορὲς καμαρώνω πὼς πρῶτος εἶδα, σ' αὐτήν τους τὴν ἡλικία θεατῶν, ἕνα γνήσιο, πηγαῖο κοινό.
Κακὰ τὰ ψέματα: Τὸ κοινὸ εἶναι ὅ,τι τοῦ προσφέρεις.
Ἡ Μιμή, σὰν Κοκκινοσκουφίτσα ἀλλοιώτικη, δίνει ρέστα.
Ἐγώ, σὰν λύκος, ἐξανθρωπίζομαι!
Μαζὺ μὲ τὸ * Δήμητρα καὶ Περσεφόνη, σὲ ἑνιαία παράσταση, δὲν εἶναι ὕβρις αὐτὸ ποὺ θὰ πῶ, νιώθουμε σὰν ἀναμεταξὺ Κομεντὶ Φρανσαίζ καὶ Ἐπιδαύρου, καί, βεβαίως, οὔτε ἐκεῖ οὔτε ἐδῶ. Σίγουρα στὸ βᾶθρο τῆς ἐπιτυχίας.
Ἄν αὐτὸ εἶναι κακό, λιθοβολεῖστε μας.
-----

Μιὰ Κοκκινοσκουφίτσα ἀλλοιώτικη...
... εἶναι ἀφιερωμένη δικαιωματικὰ στὴν Μιμή.


Καὶ τὸ κείμενο, μόνο του, στὴν
αἰωνιότητα τοῦ Μάνου Χατζιδάκι.
------
Τὰ πρόσωπα τοῦ ἔργου:
Μιμή, μία ἠθοποιός........................... Μιμὴ Γουλέτα.
Γιάννης, ἕνας ἠθοποιός..................... Ἰάνης Λὸ Σκόκκο.
Οἱ ἴδιοι ἐναλλὰξ καὶ ἀντιστοίχως
ὡς Κοκκινοσκουφίτσα καὶ ὡς Λύκος.


Εικόνα

Μιμή: (Μπαίνει εὐδιάθετη, ντυμένη ὑπαρξιακά, καλλιτεχνικά. Φτιάχνεται στὸ καμαρίνι της Μιλάει στὸ καοινό):
Σηκώθηκα πουρνὸ-πουρνὸ καὶ νά 'μαι 'δῶ κοντά σας.
Καθεῖστε στὶς καρέκλες σας. Ρᾶψτε τὰ στόματά σας.
Κι' ἄς ποῦμε πὼς θὰ σβήσουνε τὰ φῶτα τῆς πλατείας.
Τώρα; Παράστασις θ' ἀρχίσει. Τῖτλος κωμωδίας;
(Μὲ παιδιάστικη φωνή, ἀναγγέλει):
Μαμά! Μπαμπά! Παιδάκια!
<Ἆνθος ὀρύζης μὲ παραμυθάκια>.
Γιάννης: (Μπαίνει ἀγουροξυπνημένος· πετσέτα προσώπου, σκουπίζεται ἀκόμη, ἀπρόσεχτα ντυμένος. Ἦρθε στὸ καμαρίνι του νὰ ἑτοιμαστεῖ):
Ἄ(ου)λλος μπελὰς ὠζουρντουἰ πρωὶ-πρωὶ μὲ βρῆκε!
(Σκουντάει ἕναν θεατή).
" - Ξῦπνα!...", μοῦ εἶπε ἡ Μιμή, στὸ σπίτι μου σὰν μπῆκε.
(Τραβάει ἆλλον θεατή, τὸν τραντάζει σὰν γιὰ νὰ τὸν ξυπνήσει).
" - Θά 'ρθεις στὸν Παιδικὸ Σταθμό, θὲς δὲν θέλεις...
Σήκω. Μὴν κοιμᾶσαι πιά, σὰν κλασικὸς τεμπέλης!"
Τί νά 'κανα; Σηκώθηκα(ου). Κι' ἐδῶ 'μαστε.
(Χτενίζεται).
Ἤρθαμε γιὰ θέατρο. (Λάμπει ὁλόκληρος). Σήμερα πληρωνόμαστε!
Βγάζουμε λεφτά! (Σχετικὴ χειρονομία μὲ τὰ δάχτυλα). Μὲ ζήτω καὶ χειροκροτήματα.
(Χειρονομία ποὺ παρασύρει τοὺς θεατὲς νὰ χειροκροτήσουν).
Παρακαλῶ! Νὰ πάψουνε οἱ ψίθυροι, τὰ βήματα...
ἄν θέλετε πολὺ νὰ διασκεδάσετε.
Ἀκοῦτε; (Ἀπαντοῦν "Ναί"). Βλέπετε; (Ἀπαντοῦν "Ναί"). Σωπάσετε!
Μιμή: (Σὰν νὰ ἀσκεῖται στὸ τραγοῦδι "Συγγνώμη σοῦ ζητῶ, συγχώρεσέ με...". Μὲ ἀγωνία).
Συγγνώμη σοῦ ζητῶ, συγχώρεσέ με!...
Δὲν ἔφερα τσατσάρες καὶ μπογιές.
Τὴ βούρτσα πάρε κι' ἔλα χτένοσέ με
καὶ - ὥσπου νὰ βαφτῶ - μονάχος βγές.
Γιάννης: (Συνεχίζει τὴν προετοιμασία του ἀδιάφορος, κάνοντας ἀσκήσεις ὀρθοφωνίας).
Ἄσπρη γάτα ξέξασπρη κι' ἀπ' τὸ γιαοῦρτι ξεξασπρότερη.
Ἄσπρη γάτα ξέξασπρη κι' ἀπ' τὸ γιαοῦρτι ξεξασπρότερη.
Μιμή: (Πεεισμωμένη, ἀλλάζει τραγοῦδι: "Σκληρὴ καρδιά").
Σκληρὴ καρδιά! Γιὰ σένα δὲν θὰ κλάψω.
Ἐγὼ σὲ κάλεσα στὸ θέατρο νὰ 'ρθεῖς.
Δὲν τὸ ἀξίζεις, οὔτε καὶ μαῦρα θὰ τὰ βάψω.
Εἶσαι ἀχάριστος! Ἆντε νὰ μοῦ χαθεῖς!...
Γιάννης: (Κάπως θυμωμένος, στὸ κοινό, σὰν ἐμπιστευτικά).
Εἴδατε;... Τὴν λυπᾶμαι τὴν καημένη τὴν Μιμή,
ποὺ θέλει νά 'ναι ὄμορφη τὴν πάσαν ὥρα καὶ στιγμή.
Γιατί, στὸ θέατρο, πρέπει πολὺ καλὰ νὰ ξέρει
πῶς νὰ μαγεύει τὰ παιδιά... Καί, τί τήνε συμφέρει:
ὡραία νά 'ναι; (Τὴν δείχνει).
ἤ νὰ κοιτᾶνε (δείχνει ὁλόγυρα τοὺς θεατές)
μ' ὁλάνοιχτα τὰ μάτια θαμπωμένα
καὶ ν' ἀκοῦν ἐκείνην ἤ ἐμένα
κι' ὥς τὸ τέλος νὰ ξεχνοῦνε:
τί θὰ φᾶν' καὶ τί θὰ πιοῦνε;
Μιμή: (Ἕτοιμη. Κοκέτικα, στὸν ρυθμὸ "Λὰ Κουκαράτσα").
Δὲν εἶν' ἀνάγκη, δὲν εἶν' ἀνάγκη
νὰ φωνάζεις, φωνακλά!...
Ὁρῖστε! Νά με! Κι' ἕτοιμη, βγαίνω.
Κι' ἄσε τὰ πολλὰ μπλὰ μπλά.
(Ἐκείνη κάνει μερικὲς στροφὲς γιὰ νὰ τὴν ἐλέγξει, ὕστερα παίρνουν θέση δίπλα-δίπλα στὸ προσκήνιο).
Γιάννης: Φορέσαμε, ποὺ λέτε, τὰ καλά μας... (Ἡ Μιμὴ σκάει στὰ γέλοια, δείχνοντάς του ὅτι εἶναι ἀκόμα μὲ τὸ σακκάκι τῆς πυζάμας· ἐκεῖνος τὰ χάνει, κάτι μουρμουρίζει, τὸ πετάει στὸ βάθος).
Μιμή: Στίψαμε ὥς καὶ τὴ φλούδ' ἀπ' τὰ μυαλά μας...
Γιάννης: ...Λόγια ὡραῖα...
Μιμή: ...σαφῶς σπουδαῖα...
Γιάννης: ...νὰ σᾶς θυμίζουν παραμύθια!
Μιμή:
Χωρίς κουκιά, χωρίς ρεβύθια.
Γιάννης: <Μιὰ Κοκκινοσκουφίτσα... ἀλλοιώτικη ἀπὸ τὶς ἆλλες>.
Μιμή: Κι' ἀπ' τὴν Μυθολογία τῶν Ἑλλήνων, λίγες στάλες.
Γιάννης: (Στὴν Μιμή). Σιγά! Μὴ βιάζεσ', ἕνα-ἕνα νὰ τὰ ποῦμε. (Στὸ κοινό, ἀλλοιῶς).
Μιὰ φορὰ κι' ἕναν καιρό, ἀνεβήκαμε νὰ δοῦμε
στὸ βουνὸ ψηλά, λυκάκια κι' ἀλεποῦδες,
κι' ἄς μᾶς φωνάζανε:
Μιμή: (Μὲ φωνὴ γριᾶς). " - Μὴν πᾶτε!...".
Γιάννης: οἱ γιαγιάδες, οἱ γκρινιάρες. Κι' οἱ παπποῦδες.
Μιμή: (Ὁμοίως). " - Καθεῖστε, σταφίδες νὰ φᾶτε".
Μιμὴ καὶ Γιάννης: Ἀλλὰ...- πρίτς! - ἐμεῖς τοὺς τὸ σκάσαμε.
Τρεχἀλα, στὸν Ὄλυμποφτάσαμε.
(Ἐνῶ τρέχουν, ἡ Μιμὴ ἐξαφανίζεται. Ὁ Γιάννης ἀπολαμβάνει τὸν καθαρὸ ἀέρα, σκαρφαλώνει - αὐτοσχεδιασμός - σὲ βράχια, βλέποντας κάθε τόσο γύρω του ἀπὸ ψηλά. Μουσικὴ Σοῦμπερτ).
Γιάννης: Καλέ, κοῖτα πῶς φαίνονται οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ ψηλά!
Σὰν νήπια καὶ προνήπια - ἄ στὸ καλό!
Ξάφνου, ποιάν βλέπουμε μπροστά μας;
Καλέ! Ποιά εἶν' ἐκείνη ποὺ ἀνεβαίνει (Ἡ Μιμὴ σκοντάφτει).
κι' ἀπὸ τὴν κούραση κουτσαίνει; (Αὐτοσχεδιασμός: ἡ Μιμὴ φοβᾶται τὸν ἄγνωστο Γιάννη, ποὺ τρέχει νὰ τὴν δεῖ ἀπὸ κοντά).
Ἄ!... Ἔχει στὸ μάγουλο μιὰν ἐλίτσα!... (Προσπαθεῖ νὰ θυμηθεῖ).
Ποιά ἔχει ἐλίτσα;
Ποιά ἔχει ἐλίτσα;... (θυμᾶται).
Διάβολε! Ἡ Κοκκινπσκουφίτσα!!
Μά, πόσες φορὲς τὴν ἔχει φάει
ὁ Λύκος!... Κι' ἐκείνη ξαναπάει
ἐκεῖ;... Ἄχ, θὰ τὴν καταβροχθίσει!... (Φωνάζει ὁλόγυρα).
Λύκε! Δὲν τὴν ἔχεις πιὰ μπουχτίσει; (Ἀλλοιῶς).
Μὰ κι' αὐτή!... Δὲν ξέρει πιὰ τὸ μάθημά της;
Γάνιασε νὰ τῆς τὸ λέει ἡ μαμά της.
Τί σοῦ λέει, παιδί μου, ἡ μαμά σου;
Πές μας τὸ ποιηματάκι.
Μιμή: (Εὐκαιρία γιὰ αὐτοσχεδιασμό: ὑπόκλιση, ἀμηχανία παρατραβηγμένη, δάχτυλο στὸ στόμα, τράβηγμα τῆς ἄκρης τοῦ φουστανιοῦ κτλ).
Ποτέ μου...
Γιάννης: Ναί;
Μιμή: Ποτέ μου.... (Ἀλλοιῶς). Τσίσα μου θέλω!
Γιάννης: Δὲν θὰ πᾶς πουθενά. Τὸ ποιηματάκι! Κάτω τὸ χέρι. Ἄσ' τὸ φουστάνι σου!...
Μιμή: Ποτέ μου μόνη ἀπὸ τὸ σπίτι...
Γιάννης: Ναί; Ἔλα. Λέγε! - Μὰ τί κομπλεξικὸ παιδί εἶσαι σύ, τέλος πάντων! Πές το.
Μιμή: Ποτέ μου μόνη ἀπὸ τὸ σπίτι δὲν θὰ βγῶ...
Γιάννης: (Σχετικὴ ἀνακούφιση). Μᾶς εἶπε τὸ μισό!
Μιμή: ...οὔτε στὸ κοτέτσι...
Γιάννης: Μπράβο! Καὶ τὸ μισὸ τοῦ μισοῦ.
Μιμή: Τὸ ξέχασα.
Γιάννης: Νὰ τὸ θυμηθεῖς! Ἆντε, κούνα το λίγο τὸ κλούβιο σου!...
Μιμή: Μὲ τραντάζεις!... (Κλαίει). (Ὁ Γιάννης τὴν κοιτάζει ἐπιτακτικὰ κι' ἐνθαρρυντικά).
Ποτέ μου μόνη... ἀπὸ τὸ σπίτι.... δὲν θὰ βγῶωωω,
οὔτε στὸ κοτέτσι γιὰ νὰ φέρω ἕν' αὐγό!
Τὄπα!
Γιάννης: (Στὸ κοινό). Αὐτὸ ἤτανε!
Καί, ἐν πάσει περιπτώσει,
δὲν μπορεῖ νὰ βάλει γνώση;
Κι' ἄκου τὰ παθήματά της...Δὲν λέω ὑπερβολές. (Φοράσει μάσκα λύκου). Μαῦρος λύκος πρόβαλε μπροστά της. Οὔουου!... Οὔουου!...
Μιμή: Αὐτός, τῆς γρυλίζει.
Γιάννης: Ἡ δέ; Κιτρινίζει! (Ἀλλοιῶς).
Γιὰ ποῦ, γλυκειὰ Κοκκινοσκουφίτσα;
Μιμή: Λύκε, δίνε του. Κρατάω βίτσα.
Γιάννης: Χμ!... Κατάλαβα. Ντουγροὺ γιὰ τὴν γιαγιά σου.
Μιμή: Ἆντε παράτα μ' ἀπὸ δῶ!... Κάνε τὴ δουλειά σου.
Γιάννης: (Κατ' ἰδίαν). Πᾶντα της ἀνάγωγα μοῦ μιλάει.
Μιμή: (Κατ' ἰδίαν). Δὲν βρίσκεται μιὰ τίγρη νὰ τὸν φάει;
Γιάννης: Φιλάκια κι' ἀπὸ μένα στὴ θειὰ τὴν Ἀμερσούλα...
Τὴν ἀγαπῶ ἀπὸ παιδί.
Μιμή: Γι' αὐτὸ κι' αὐτή, μόλις σὲ δεῖ,
τὴν πιάνει...πυρετός! Καὶ τῆς ἔρχεται κατρούλα.
Γιάννης: Μὲ ἔκανες, θυμήσου, νὰ θυμώσω. (Στὸ κοινό).
Θὰ τρέξω τὴ μουσούδα ν' ἀλευρώσω...,
θὰ γίνω ἴδια ἡ γιαγιά της,
θὰ φορέσω καὶ τὰ γυαλιά της...,
τὴν ἄρρωστη θὰ κάνω στὸ κρεβάτι.
Ἄς στρίψω ἀπὸ τ' ἆλλο μονοπάτι.
(Μουσικῆ Γκρήγκ. Ὁ Λύκος ἀγκομαχάει νὰ φτάσει στὸ σπίτι τῆς γιαγιᾶς. Πλησιάζει ἕνα παιδί, τὸ μυρίζει: " - Εἶσαι χοιρινό;", σ' ἕνα ἆλλο λέει: " - Βρωμάει κολώνιες!...Ἀμερικάνικα φαγητά". Καὶ κάποια στιγμή: " - Οὔφ!Τί τῆς ἦρθε τῆς γιαγιᾶς νὰ χτίσει ἐκεῖ πάνω σπίτι; Γιὰ νὰ μὴν πληρώνει Ἐφορία! Ἡ καρδιά μου! Δὲν ἀντέχω, ἀλλά, τὴν προκομμένη, θὰ τὴν ξαναφάω!").
Μιμή: Δρόμο παίρνει, δρόμο ἀφήνει...
Πάει αὐτός...
Γιάννης: Πάει κι' ἐκείνη,
στὴν βουνοπλαγιὰ πού μένει
ἡ γιαγιά, κρεβατωμένη,
χρόνια τώρα, - ἡ φουκαριάρα!
Πᾶντα ἦταν ἀρρωστιάρα.
Νὰ σκεφτεῖς πὼς ὁ γιατρός της:
" - Ἔ, τὰ θέλει" εἶπε "κι' ὁ πωπός της!...". (Κάνει τὴν κίνηση πῶς βάζουν τὴν ἔνεση).
Μιμή: Νά τὸ σπίτι, τώρα νά το!
Κι' ἄχ! Τὸ πιάτο γιὰ τὸν γάτο
ἀναποδογυρισμένο!
Ἀπὸ μέρες ἀδειασμένο.
Πῶς δὲν μούκοψε λιγάκι
νὰ τοῦ ἔβραζα ψαράκι; (Δικαιολογεῖται στὸ κοινό).
Σὰν γιαγιάδες ταξειδεύουν
καὶ πηγαίνουν Βουλγαρία,
γιατί τὄχουν ἀγγαρία
οἱ γιατροί, νὰ σὲ γιατρεύουν,
στὴν Ἑλλάδα... μὴν σαστίσω;
Ἐρχόμουνα νὰ συγυρίσω.
Γιάννης: Ἔχει κλειδὶ καὶ ξεκλειδώνει...
Ξεσκέπαστη ἡ γιαγιά, κρυώνει. (Στρώνει κρεβάτι, πέφτει, σκεπάζεται παραμιλῶντας: " - Πῶ πῶ πῶ μία γιαγιά!... Ἄν αὐτὴ εἶναι γιαγιά, τότε κι' ἐγὼ εἶμαι γιαγιά, καὶ σύ γιαγιά, κι' ὅλος ὁ ντουνιὰς γιαγιά... Πλάμ! Πλούμ!...").
Μιμή: Γιαγιακούλα, ἦρθα! Ξῦπνα! Κεφτεδάκια!
Γιάννης: (Γλείφεται). Μμμμμ!
Μιμή: Σοὔφερα μπλάστρη...
Γιάννης: (Τσινάει).
Μιμή: οἰνόπνευμα, μπαμπάκια. (Στὸ αὐτί του, γιὰ νὰ τὸν ξεκουφάνει).
Γιάννης: (Ἀφοῦ κλωτσίσει, σηκώνεται λίγο, μὲ φωνὴ γιαγιᾶς).
Ἄχ! Καλό μου κοριτσάκι!
Ἔλα, τρῖψε με λιγάκι.
Ἔχω πυρετό! (Πιάνει τὸ κούτελό του). Κρυάδες! (Τουρτουρίζει).
Κάτι πόνους (Δείχνει ποῦ) καὶ ζαλάδες! (Σὰ νὰ λιποθυμάει).
Μ' ἔπιασαν τ' ἀρθριτικά μου... (Κάνει πὼς ούρλιάζει στοὺς πόνους).
Τέλειωσαν τὰ γιατρικά μου. Κλαψιάρικα).
Ἔλα! Βόηθα με νὰ γειάνω...(Κουκουλώνεται).
Μιμή: (Ὕστερα ἀπὸ παύση ποὺ τὸν περιεργάζεται, ψαχουλεύει κάτω ἀπὸ τὰ σκεπάσματα, λέει σαρκαστικά). Οὐρὰ εἶναι αὐτὸ ποὺ πιάνω;
Γιάννης: (Πετάγεται σὰν ἀπὸ πόνους ἀληθινούς).
Λάστιχο, παιδί μου, εἶναι!
Νἄχω νερό!...
Μιμή: Τότε, πίνε!
Νὰ σοῦ πέσει ὁ πυρετός.
Κι' ἄν σοῦ ἔρθει ἐμετός,
πολὺ θὰ τὸ χαρῶ, γιαγιά!
Πάω νὰ φύγω, - ἔχε γειά!
Γιάννης: Τί;... Ποῦ;... Πῶς;... Γιατί, παιδί μου,
φεύγεις;
Μιμή: Τὸν γιατρὸ τοῦ Δήμου
νὰ φωνάξεις.
Νὰ πλαντάξεις.
Εἶσαι ὁ Λύκος... - καὶ τὸ ξέρω.
Φεύγω. Δὲν σὲ ὑποφέρω.
Γιάννης: (Ξεσκεπάζεται). Χά! Εἶν' οἱ πόρτες κλειδωμένες
καὶ διπλὰ ἀμπαρωμένες.
Καλλίτερα κι' ἀπὸ Παιδικὸ Σταθμό,
- δὲν θὰ σοῦ πῶ ποτέ μου τὸν ἀριθμό...
(Ψάχνει κάτω ἀπὸ τὰ σκεπάσματα).
...Βρέ, τηλεχειριστήριό μου,
ποὺ φρουρεῖς τὸ χτήριό μου,
μὰτσ καὶ μούτς, νὰ σὲ φιλήσω!...
Μιμή: Λύκε, νὰ σὲ κατουρήσω! (Ἐπίθεση. Τὸν σέρνει ὁλόγυρα, τὸν ρίχνει χάμω).
Ἄκου, μιὰ γιὰ πᾶντα, Λύκε!
Ἡ χαρά, ξυνὴ σοῦ βγῆκε.
Χρόνια πιά, τὰ ἴδια κάνεις·
τῆς γιαγιᾶς τὰ ροῦχα βάνεις,
τὴν φωνούλα της μιμεῖσαι... (Μιμούμενη).
...νὰ μᾶς φᾶς στὸ ἆψε-σβῆσε!
Ὅμως, Λύκε, σὲ καλό σου:
τὄφαγες τὸ φαγητό σου; (Τῆς ἀπαντάει: " - Τσ!...").
Σὰ δὲν ντρέπεσαι λιγάκι!
Σήκω, φεῦγα!...
Γιάννης: (Μουδιασμένος). Σὲ λιγάκι.
Μιμή: Ὄχι, τώρα! Σήκω!
Γιάννης: (Σκυφτός). Γειά σου!
Μιμή: (Τοῦ πατάει ἄγρια φωνή). Γρήγορα, γρουσούζη, βιάσου.
(Προχωρεῖ καταπάνω του ἀπειλητικά).
Ὥς τὸ τρία θὰ μετρήσω.
Ἄν δὲν φύγεις, θὰ σαλπίσω
μιὰ φορά - ...καὶ θὰ μπουκάρουν
τὰ παιδιά, νὰ σὲ λυντσάρουν!
Γιάννης: (Πέφτει στὰ γόνατα, ἐκλιπαρῶντας).
Ὄχι! Μὴν μὲ ξεφτυλίζεις.
Δεῖρε με! Μὰ μὴ μὲ βρίζεις.
Ἄν μὲ ξαναδεῖς, κυρά μου,
νὰ μαδήσεις...τὴν ούρά μου.
Νά! Μὲ δάκρυα, προσκυνῶ σε.
Τὴν τιμή μου μόνο σῶσε.
Μὴν καλέσεις τὰ παιδάκια! (Τὰ δείχνει μὲ τρόμο).
Θὰ μοῦ φᾶν' τὰ παϊδάκια...,
στὶς κλωτσιὲς θὰ μ' ἀρχινίσουν,
ἀπ' τὴ γῆς θὰ μ' ἀφανίσουν.
Καὶ σ' τ' ὁρκίζομαι: στὸ Δάσος
θὰ ζῶ μόνος. Καὶ τὸ θράσος
νὰ ξανάρθω...
νὰ τὴν πάθω
ἀπό σένα;
Περασμένα,
ξεχασμένα!
Μιμή: (Ἀλλοιώτικη). Μά, κι' ἐμένα
δὲν μ' ἀρέσουν, χώνεψέ το,
οἱ καυγάδες. Πίστεψέ το.
Ὅμως, πρέπει νὰ σὲ δέσω
μ' ἕναν ὅρκο!
Γιάννης: (Κατ' ἰδίαν). Νὰ...σκεφτῶ:
τί 'ν' αὐτό;
Μιμή: Δὲν θὰ πέσω
πιὸ κορόιδο κανενός. (Φέρνει μολύβι καὶ χαρτί).
Ὑπόγραψέ μου, ἀφ' ἑνός,
Συμφωνητικὸν Φιλίας.
(Σκηνοθετικὸ παιγχνίδι - προέκυψε στὶς παραστάσεις. Τὸν προτρέπει νὰ ὑπογράψει.

Ἐκεῖνος λέει: " - Δὲν ξέρω γράμματα".
Ἐκείνη: " - Δῶσε μου τὸ χερουκλάκι σου, μωρό μου! Ἔτσι μπράβο! Πῶς σὲ λένε;" Ἐκεῖνος: " - Λύκο!"
Ἐκείνη: " - Τὸ ἆλλο σου...
" Ἐκεῖνος: " - Λύκο".
Ἐκείνη: " - Ἄχ, ἀβάφτιστος εἶναι ὁ χριστιανός!... Τέλος πάντων. Λάμδα..."
Ἐκεῖνος: " - Δὲν μὲ λένε Λάμδα!"
Ἐκείνη, ἐπιμένοντας: " - Ὕψιλον". Ὁ Λύκος κλαίει. " - Κάππα". Καρτερικά: " - Ἔλα, παιδί μου Κάππα... - κοντεύουμε! Τώρα: - Ὄμικρον!..."
Ἐκεῖνος: " - Ἄ, κουλουράκι!...".
Ἐκείνη: " - Ὁ νοῦς σου στὸ φαΐ, ἐσένα! Γράφε. Καί: - Σῖγμα! Ὁρῖστε: - Λύκος!" Ἐκεῖνος, χοροπηδῶντας: " - Ἐγὼ τὄγραψα!... Εἶμαι Λύκος γραμματιζούμενος!...").
Κι' ἀφ' ἑτέρου, Ἀσυλίας
Συμφωνητικό, σοῦ φτιάχνω...


Γιάννης: Τί 'ναι πάλι αύτό;
Θὰ σὲ παντρευτῶ;
Μιμή: (Τοῦ ἐξηγεῖ). Νὰ μὴν τρέχω καὶ σὲ ψάχνω. (Στὸ κοινό).
Σὲ μιὰ κλούβα θὰ τὸν κλείσω.
Τί; Ἔτσι θὰ τὸν ἀφήσω;
Γιάννης: Ὅρκο στοὺς θεούς, σοῦ δίνω,
πὼς θὰ τρώγω καὶ θὰ πίνω
μόνο μ' ἄγρια θηρία... (Βαθειὰ ὑπόκλιση).
Θὰ σ' ἀποκαλῶ: - Κυρία!
Θὰ σὲ βοηθῶ στὸ σπίτι,
τίποτα νὰ μὴ σοῦ λείπει.
Μιμή: (Εἰρωνικὰ καὶ χαδιάρικα). Εὖγε! Εὖγε! Σὲ πιστεύω.
Καὶ σὰν ψεύτη, σὲ βραβεύω. (Λέγοντας καὶ κάνοντας).
Δυὸ κλωτσιὲς ἀξίζεις νὰ φᾶς.
Μάζεψέ τα... - κι' ἀλλοῦ νὰ πᾶς!
Γιάννης: (Ἐξουθενωμένος) Μά!...
Μιμή: (Κοροϊδευτικά). Μού!
Γιάννης: Ἀχά!...
Μιμή: Ἀχού!... (Πάει νὰ φύγει θριαμβεύρια, ἐπιστρέφι).
Τέλος πάντων, μεῖνε...φύγε...
ὅ,τι θέλεις. (Φεύγει).
Γιάννης: (Παύση) Μπᾶ! Ποῦ πῆγε;
Σηκώνεται, φωνάζει).
Κοκκινοσκουφίτσα!... Μιμή!...
Τὴν ἔχασα σὲ μιὰ στιγμή!
Μιμή: (Ξαναμπαίνει χωρὶς τὰ ροῦχα τῆς Κοκκινοσκουφίτσας).
Ἔλα νὰ ξεκουραστοῦμε,
γιατί...κι' ἆλλο θ' ἀνεβοῦμε,
στὸ βουνό, νὰ βροῦμε κι' ἆλλο
παραμύθι, πιὸ μεγάλο.
Γιάννης: (Προσγειώθηκε). Ἄχ, ναί! Διάλειμμα. Σὲ λίγο
ἐδῶ θἆμαι, δὲν θὰ φύγω.
Μιμή: Στὸν Ὄλυμπο θ' ἀνέβουμε
κι' ἐκεῖ, θεοῦς θ' ἀγναντεύουμε.

Αὐλαία.
[Μουσικὴ Μάνου Χατζιδάκι ἀπὸ τὸ "Χαμόγελο τῆς Τζοκόντας" καὶ τοὺς "Ὄρνιθες". Ἀκολουθεῖ τὸ μονόπρακτο "Δήμητρα καὶ Περσεφόνη"].
https://yannakis08yahoogr.blogspot.com/ ... o7dUljTjtU


Εικόνα
Με κυβερνητική εντολή & δαπάνες των Ελλήνων Μακεδόνων μαχητικά της ΠΑ προστατεύουν τα Σκόπια από τους... εξωγήινους!

Άβαταρ μέλους
The Rebel
Δημοσιεύσεις: 3573
Εγγραφή: 31 Μαρ 2018, 18:18
Phorum.gr user: Wild Rebel

Re: Κλινοσοφιστεῖες καὶ ὄχι μόνον.

Μη αναγνωσμένη δημοσίευση από The Rebel » 15 Μαρ 2019, 21:31

Τετάρτη, 13 Μαρτίου 2019
Πρὸς τινα σφετεριστήν μου Σουρικῆς δόξης.

Εικόνα
Εἶμαι 4 χρόνων, στὸ σκαλοπάτι τῶς... λωλο-Ρήνης!

Κοῖτα δῶ, καλέ, ποιοί πιάνουν σήμερα πέννες... - ἀμὰν πιά!
Ἄνθρωποι γεννημένοι νὰ κρατοῦν, χαλάλι τους, τσαπιά.
~ Γιὰ νὰ τὰ ποῦμε λιγάκι, ἐμεῖς οἱ δυό, κυρ-Νικολά!
Κάθε δικός μου σάτιρας στίχος, στὸν τοῖχο σὲ κολλᾶ.

Πέθαν' ὁ Σουρῆς κι' ἴδια μέρα γέννησεν ἡ μαμά μου:
Μνημόσυνον Σουρῆ, κι' αὐθημερὸν Γενέθλια δικά μου!

(Ἐκ προθαλάμου τῆς ἀνυπαρξίας, εἰς προθάλαμον νέας, ἐκ βρέφους, ἐμπνεύσεως...)
- Παράτα τὸν κάλαμον. Προσκύνησον ἡμᾶς τοὺς ταλαντούχους ἐν ταῖς σατίραις,
- ἦρθες, εἶδες, - καλῶς!... - φεύγα, ἐφ' ὅσον μίαν γεῦσιν πῆρες.
~ Ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν, κλείνω χρόνους ἑβδομήκοντα καὶ δύο! Νιώθω ντροπαλός, σὰν...μόλις χθὲς νὰ βγῆκ' ἀπ' τῆς μητρός μου τὸ αἰδοῖο. (...)
Ἰάνης Λὸ Σκόκκο.
14.3.2017


Εικόνα


Εικόνα

Μὲ τὸν θεῖο μου Μιχάλη Μωραΐτη, ὅταν τὸν πρωτογνώρισα.
Ἔτρεχε...πιὸ γρήγορα απὸ μένα ἀλλὰ αὐτό, τὸ σόι μας, τὄχει:
ὅλοι περπατᾶμε ἀγέρωχα, χορευτικὰ καὶ γρήγορα.
Καὶ ποῦ δὲν μὲ πῆγε γιὰ νὰ γνωρίσω τὴν Κέρκυρα.
Μέχρι καὶ τὴν ἀδελφή του, τὴν κατὰ λάθος πρώτη ἀγαπημένη
τοῦ πατέρα μου, τὴν Θοδώρα γνώρισα.
Πρὶν τῆς ποῦν ποιός εἶμαι,
" - Ἴδιος ἐκεῖνος!" ψέλλισε.
Ἔμεινε ἀνύπανδρη γιατί τὸν ἀγαποῦσε πᾶντα.
Με κυβερνητική εντολή & δαπάνες των Ελλήνων Μακεδόνων μαχητικά της ΠΑ προστατεύουν τα Σκόπια από τους... εξωγήινους!

Άβαταρ μέλους
The Rebel
Δημοσιεύσεις: 3573
Εγγραφή: 31 Μαρ 2018, 18:18
Phorum.gr user: Wild Rebel

Re: Κλινοσοφιστεῖες καὶ ὄχι μόνον.

Μη αναγνωσμένη δημοσίευση από The Rebel » 16 Μαρ 2019, 19:27

Mar 13 2019
Κλειστόν, λόγω γεράματα...

Εικόνα

Εστιατόριον η "Ωραία Νεάπολις", ανάμεσα Στρέφη και Λυκαβηττό. Σερβίριζε γαρδουμπάκια, αρνάκι κοκκινιστό και ιστορίες από την παλιά Αθήνα.
Ίσα που το πρόλαβα, προτού καταχτηθεί η περιοχή από Αλβανοκογκολέζους λαθρέποικους.

Το δούλευαν 6 αδέλφια!
Ένας στο ταμείο, δύο στην κουζίνα και τρεις στο σερβίρισμα. Υπήρχε και μία εξαδέρφη, που έρχονταν τις Κυριακές μετά τη θεία λειτουργία, φορτωμένη αντίδωρα από τον ναό του Αγίου Νικολάου, στην οδό Ασκληπιού. Λιβάνιζε τον χώρο, ευλογούσε την ψησταριά και άγιαζε τις κατσαρόλες. Για να πηγαίνουν καλά οι δουλειές.

Η Ωραία Νεάπολις έχει κλείσει εδώ και χρόνια.
"Κλειστόν λόγω γεράματα", έγραφε μια πρόχειρη ταμπελίτσα, έξω από το μαγαζί.
Αλλά οι μυημένοι ξέραμε, ότι εκείνοι που την έγραψαν, δεν εννοούσε πως γέρασαν πια οι ιδιοκτήτες και το παράτησαν.
Γέρασε η λαθροκαταχτημένη Νεάπολις, όπως γέρασε και όλη η Ελλάδα.
Και δεν είναι πια ωραία...

Κρίμα δηλαδή τα αγιάσματα της εξαδέλφης.
Ούτε εκείνη, ούτε η Παναγιά είχαν προβλέψει πως ανάμεσα Λυκαβηττό και Στρέφη θα πλάκωνε η μισή αραπιά και τα 2/3 του Μπαγκλαντές.
Νόμιζαν ότι ο Αττικός ουρανός ανήκε στους Έλληνες, πάππου προς πάππον.
Γι αυτό και σήμερα, δυο-τρεις γηραιές κυρίες που ξέμειναν στα μισοερειπωμένα σπίτια τους στην οδό Τσιμισκή, όποτε ρίχνει λασπόβροχο λέγουν ότι [εξόν από την Παναγιά] ακόμα και η βροχή εγκατέλειψε την Αθήνα και στη θέση της ήρθε να εγκατασταθεί η αφρικάνικη βρώμα.

Κλειστόν, λόγω γεράματα. Όχι γεράματα των ανθρώπων. Γεράματα της βροχής. Που αντι να ξεπλένει, βρωμίζει...

Εικόνα

Τα μεσημέρια ερχόντουσαν στην "Ωραία Νεάπολη" να πάρουν φαγητό για το σπίτι, οι παλιές αριστοκρατικές κυρίες της συνοικίας Νεαπόλεως. Μια από τις πρώτες μεσοαστικές γειτονιές της Αθήνας, στις παρυφές των Εξαρχείων, προτού καταντήσουν τα Εξάρχεια, το βοθρόπλυμα κάθε κωλόπαιδου των βορείων προαστείων.

Τώρα μαθαίνω ότι οι ροζοκόκκινοι πολιτικοί συμμορίτες ετοιμάζονται να αποενοχοποιήσουν στην πράξη, τις μολότωφ. Για να μπορούν να παίζουν οι γιοι των βουτσοκουράκηδων, άνευ ουδεμίας επιπτώσεως.
Σου καίνε το αυτοκίνητο, σου καίνε το σπίτι, σου καίνε το μαγαζί και μετά στήνονται στο πεζοδρόμιο απέναντι και γελάνε.
Και καλά κάνουν.
Γιατί με τη δική σου ψήφο μπορούν και γελάνε...

Γυναίκες εμπόρων, κατά πλειοψηφίαν – κοσμοπολίτισσες και οι ίδιες. Κοκέτες, καπάτσες, σπάταλες, φιλήδονες, έως τον τελευταίο πόντο των τακουνιών τους.
Άλλες μεγαλωμένες στην Αλεξανδρεια, άλλες γεννημένες στη Σμύρνη, άλλες πάππου προς πάππου Αθηναίες και άλλες εξόριστες του φεγγαριού.
Όμορφες γυναίκες, πολυταξιδεμένες, παραχαϊδεμένες, περιποιημένες, που δεν είχε πιάσει ποτέ το χεράκι τους κατσαρόλα.

Η κυρία Μυρσίνη λόγου χάριν. Παλιά Αλεξανδρινή, αριστοκράτισσα ως το μεδούλι, Ελληνίδα ίσαμε τις φτέρνες, κουκλάρα από το φρεσκοχτενισμένο της μαλλί έως τα πετικιουρισμένα της ποδόνυχα.
Η οποία, όποτε είχε οικογενειακό τραπέζι, έπαιρνε το φαγητό σε κεσεδάκια από την Ωραία Νεάπολη και το άδειαζε σε δικές της κατσαρόλες, για να δείξει στην πεθερά, πόσο νοικοκυρά γυναίκα είχε πάρει ο γιος της.
Ο οποίος καταβρόχθιζε τα γαρδουμπάκια, σαν γαριδάκια.
Κι ενώ του το έλεγε η κυρία Μυρσίνη
- Πρόσεχε Αντώνη μου, την πίεση σου...
Στο τέλος ο Αντώνης έφυγε πανευτυχής, με 3 κιλά γαρδούμπες στο στομάχι και τις αναθυμιάσεις από ένα μπουκαλάκι κρητική βιλάντα, σέρτικη, στο αγύριστο κεφάλι του.
Και λοιπόν;
Γλίτωσε από του να προκάμει να ιδει την αγαπημένη του συνοικία Νεαπόλεως, θυγατρική των Τιράνων.

Κλειστόν λόγω γεράματα. Όχι όμως γεράματα των ανθρώπων. Γεράματα των προσδοκιών τους, της μνήμης τους, του κόσμου τους ολόκληρου.
Που χάθηκε μόλις μέσα σε μια δεκαετία, όσο δηλαδή χρειάζεται μια προβατίνα για να καταντήσει γαρδούμπα...

Εικόνα

Και μεταξύ μας, τώρα...
Δεν άξιζε και καλύτερη τύχη στην ωραία Νεάπολη. Όλες αυτές οι όμορφες κυρίες, από την Αλεξάνδρεια, από τη Σμύρνη, από την Αθήνα ή από τη Θεσσαλονίκη, που αρμένιζαν τα όνειρα τους ανάμεσα Λυκαβηττό και Στρέφη, όταν κυάλαραν τους πρώτους Αλβανούς, έτρεχαν ποια θα πρωτοαρπάξει κανέναν από δαύτους, για τους κήπους τους και για τα μερεμέτια τους [κυριολεκτικώς και μεταφορικώς].
Και τώρα κλαίγονται, που η βροχή έγινε λάσπη και οι γαρδουμπίτσες της "Ωραίας Νεαπόλεως" έγιναν ροβιθοκεφτέδες Σουδάν.

Κλειστόν λόγω γεράματα. Όχι γεράματα των ανθρώπων. Γεράματα των ονείρων...

Εικόνα

Στιγμιότυπο από τις οδομαχίες του συμμοριτοπολέμου στην Αθήνα
Τότε χάσανε
Πηρανε τη ρεβανς στις μερες μας.
Κλειστόν λόγω γεράματα. Γεραματα των τοτε νικητών...
https://panusis.blogspot.com/2019/03/blog-post_34.html
Με κυβερνητική εντολή & δαπάνες των Ελλήνων Μακεδόνων μαχητικά της ΠΑ προστατεύουν τα Σκόπια από τους... εξωγήινους!

Άβαταρ μέλους
The Rebel
Δημοσιεύσεις: 3573
Εγγραφή: 31 Μαρ 2018, 18:18
Phorum.gr user: Wild Rebel

Re: Κλινοσοφιστεῖες καὶ ὄχι μόνον.

Μη αναγνωσμένη δημοσίευση από The Rebel » 19 Μαρ 2019, 17:46

Θρησκευτικὰ καὶ ἆλλα τερτίπια:

Εικόνα

*Ὄχι μόνον γιὰ τὰ ἀντρόγυνα (διαζευγμένος εἶμαι καὶ ξέρω μὲ τὸ παραπάνω) ἀλλὰ καὶ γιὰ τὰ πᾶντα δὲν βρίσκω νὰ ταιριάζουν ὁποιοιδήποτε ἑτερόδοξοι μὲ μουσουλμάνους. Τοὺς φέρνουν ἐδῶ γιὰ νὰ μᾶς σπάσουν τὸ ὅποιο οἰκονομικὸ αἴτημα μιᾶς καλλίτερης ζωῆς. Μᾶς ξύπνησαν νὰ ζητᾶμε πολλά, μᾶς παίρνουν τώρα τὸν ἀέρα, θέλοντάς μας νὰ ζητιανεύουμε γιὰ τὰ λίγα. Οἱ θρησκεῖες - δὲν πιστεύω σὲ καμιά, ἀλλὰ δέχομαι νὰ ὑπάρχει στὴν Ἑλλάδα ἡ Ὀρθοδοξία, ὡς πιὸ ταιριαχτή της ἀλλὰ καὶ νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ θρησκοληψίες ποὺ φθείρουν τῆν ζωή - εἶναι ἡ μαγιὰ ἀντιπαλότητας καὶ πολέμου.

Ὅλοι, άπὸ δῶ κι' ἀπὸ κεῖ, περιμένουν μιὰν δίκαιη Δεύτερη, μετὰ θάνατον ζωή, νὰ τὸ εὐχαριστηθοῦν. Ἐν ὀνόματι τοῦ ἐντελῶς ἀγνώστου θεοῦ ἀλληλοσκοτώνονται, γιὰ τὴν Πίστη τους σ' Αὐτόν, γιατί ἔτσι τοὺς καθοδηγοῦν νὰ μαϊμουδοσκέφτονται. Τώρα, μᾶς φέρανε καὶ ὑποδεχτήκαμε, μετὰ πλήρους χαρᾶς ὅτι κάνουμε ἔργον χριστιανικόν, αὐτοὺς μὲ τοὺς ὁποίους οὐσιαστικῶς δὲν ταιριάζουμε σὲ τίποτα.

Ἀπὸ τὴν μιὰ τοὺς σκοτώνουν, ἀπὸ τὴν ἄλλη τοὺς συμπονοῦμε. Καὶ ἀφοῦ εἴμαστε κορόιδα, μαζὺ μὲ τοὺς πολεμημένους, ἔρχονται καὶ πενταπλάσιοι ἆλλοι, πεπεισμένοι ἄνωθεν ὅτι πρέπει νὰ παίξουν τ[ον ρόλο τοῦ πολεμημένου, γιὰ νὰ πᾶνε στὴν γῆ τῆς ἐπαγγελίας, δηλαδὴ μιᾶς χρεωκοπημένης ἀπὸ τὶς ἀπάτες χώρας.

Ὁ πόνος τῆς προσφυγιᾶς εἶναι συγκινητικός. Τὸ νὰ ζοῦμε μὲ ὀλίγα, εἶναι δίδαγμα χριστιανικόν, διὰ τοὺς πολλοὺς καὶ χαζούς. Τὸ νὰ μπερδεύονται οἱ κοινωνικὲς ἀξίες π.χ. περὶ γάμου, εἶναι νὰ χάνεις τὸν μπούσουλά σου: οἱ μὲν γυναῖκες περπατοῦν καὶ τὄχουν στὸ πιάτο, οἱ δὲ φοροῦν μαντήλα κι' ἀλλοίμονό σου ἄν τὶς κοιτάξεις.

Ὅλοι οἱ ἆντρες εἶναι βεβιασμένως σοβαροὶ κι' ἀσήκωτοι, πλὴν ἐξαιρέσεων, ποὺ ἤ ρεζιλεύονται ἤ πηγαίνουν μὲ ἀλλόθρησκους ποὺ τάχα μου δὲν ξέρουν τίποτα καὶ ἀπαγχονίζουν τοὺς ρεζιλεμένους τους, ὁπότε δὲν κρατιόνται οἱ ἄνθρωποι, κάτι πρέπει νὰ κάνουν καὶ βρίσκουν τὸν παράδεισό τους στὴν Ὁμόνοια κι' ἀλλοῦ.

Πατρίδα θεωρεῖται ὅτι προκύψει μετὰ ἀπὸ σωματο-ἐμπορικὲς συναλλαγὲς μὲ τὴν ἐπωνυμία τῆς ἀλληλεγγύης. Θὰ μποροῦσε νὰ συνωψίσει κανεὶς ὅλα τὰ ἀνωτέρω ἔτσι: ὅσο πιὸ φθηνά, τόσο πιὸ καλά, γιὰ τοὺς λίγους ἔξυπνους ποὺ κυριαρχοῦν.

Θὰ καταλήξω ἄκρως φιλοσοφημένα: προτιμῶ τὴν πολιτικὴ τοῦ γάτου μου.
Ζῶ μαζύ σας - χατῆρι σᾶς κάνω - γιατί πιστεύω στὴν Ζωή, ποὺ εἶναι ὁ Θεός μου,
καὶ ξέρει, Ἐκείνη μόνη, πότε θὰ μὲ πάρει. Μὴν τολμήσετε κι' ἔρθετε στὴν Κηδεία μου, θὰ βρυκολακιάσω καὶ θὰ σᾶς δαγκώσω. Ὅλους.
Yanis Lo Scocco

Εικόνα
Εικόνα
Με κυβερνητική εντολή & δαπάνες των Ελλήνων Μακεδόνων μαχητικά της ΠΑ προστατεύουν τα Σκόπια από τους... εξωγήινους!

Άβαταρ μέλους
The Rebel
Δημοσιεύσεις: 3573
Εγγραφή: 31 Μαρ 2018, 18:18
Phorum.gr user: Wild Rebel

Re: Κλινοσοφιστεῖες καὶ ὄχι μόνον.

Μη αναγνωσμένη δημοσίευση από The Rebel » 21 Μαρ 2019, 18:47

20/3/2019
1965. Εἶμαι στρατιώτης (δακτυλογράφος τοῦ ὑπασπιστοῦ) στὴν Θεσσαλονίκη.
Τετάρτες καὶ Κυριακὲς βγαίνω, τ' ἀπόγευμα, νὰ πάω σὲ κανένα θέατρο ἤ Σινεμά
ἤ καὶ νὰ δανεισθῶ κανένα βιβλίο ἀπὸ τὴν ΧΕΝ. Οἱ κινηματογράφοι, τότε,
παίζανε δύο ταινίες, μία ἑλληνικὴ καὶ μία ξένη.

Ἐννοεῖται πὼς πήγαινα γιὰ τὸν ρωσικὸ <Ἅμλετ> μὲ τὸν Ἰνοκέντι Σμοκτουνόφσκυ - ὁ καλλίτερος ποὺ ἔχω δεῖ ὥς τώρα. Καὶ ἡ Ὀφηλία, ἆλλο ἀριστούργημα ἠθοποιΐας:
Ἀναστάζια Βερτίνσκαγια. Ἀλλὰ καὶ ποιός ρόλος δὲν παιζόταν τέλεια;
Γιὰ δεῖτε καὶ σεῖς τὴν ταινία - μὲ ἑλληνικοὺς ὑποτίτλους. Ἀξίζει χίλιες φορές.

Ὥστόσο, ὅταν μπῆκα, ἔπαιζε μιὰν ἑλληνικὴ ταινία - μέχρι προλίγου δὲν ἤξερα κἄν ποιά ἦταν. Οὔτε ἔμεινα, μετὰ τὸν <Ἅμλετ>, νὰ δῶ τὴν ἀρχή της.
Πολλὲς φορὲς ὅμως προσπάθησα νὰ θυμηθῶ ποιά μπορεῖ νὰ ἦταν, γιατί, ὅταν κάθισα, σὲ λίγο εἶχα μιὰ ξαφνιαστικὴ μεγάλη ἔκπληξη. Μιὰ λαϊκὴ τραγουδίστρια ποὺ μὲ μάγεψε. Προηγήθηκε ἡ ἀνακοίνωση τοῦ ὀνόματός της, ποὺ δὲν τοὔδωσα σημασία:
< - Ὤχ!... Κι' ἆλλο μπουζοῦκι, συμφορά μου>, εἶπα.
Ἦταν ἡ Βίκυ Μοσχολιοῦ - δὲν τὴν ἤξερα.



Τελευταῖα, λοιπόν, βλέπω σχεδὸν κάθε μεσημέρι μιὰ ἑλληνικὴ ταινία, στὴν ΕΡΤ2. Ἔτσι, μιᾶς καὶ εἶναι τζάμπα καὶ τὰ βράδυα κοιμᾶμαι νωρίς. Νὰ βλέπω καὶ τὶ...ἀπέφευγα νὰ δῶ στὰ νειᾶτα μου! Εἶναι γεγονὸς ὅτι μὲ τὶς ἑλληνικὲς ταινίες δύσκολα συμβιβαζόμουν.

Ἦταν λοιπὸν τὸ <Θύελλα σὲ παιδικὴ καρδιά>, μὲ τὸν Βασιλάκη Καΐλα, συμπαθέστατο. Συμβατικὸ σενάριο, μὲ κάποια ἀδικαιολόγητα περιστατικά, καλοὺς ἠθοποιούς. Μπορῶ νὰ πῶ μοῦ ἄρεσε ἡ Ἄντζελα Ζήλια, ποὺ δὲν "ἔπαιζε", ἁπλῶς τὸ ζοῦσε. Ἡ Ἀθηνᾶ Μιχαηλίδου ἀνάγλυφη, ὁ Ἑρρίκος Μπριόλας ὄμορφος, ὁ Πυθαγόρας Παπασταματίου καλός. Ἔμαθα ποιός ἦταν κι' ὁ σκηνοθέτης, φυσικά. Ἑλληνικὴ ταινία. Ἁπλῶς, ἱκανοποιήθηκε ἡ ἀπορία μου καὶ στὸ μεταξὺ ξέρω πὼς ἡ Βίκυ Μοσχολιοῦ ἔχει πεῖ καὶ ὡραιότερα τραγούδια.


Yanis Lo Scocco
Με κυβερνητική εντολή & δαπάνες των Ελλήνων Μακεδόνων μαχητικά της ΠΑ προστατεύουν τα Σκόπια από τους... εξωγήινους!

Άβαταρ μέλους
The Rebel
Δημοσιεύσεις: 3573
Εγγραφή: 31 Μαρ 2018, 18:18
Phorum.gr user: Wild Rebel

Re: Κλινοσοφιστεῖες καὶ ὄχι μόνον.

Μη αναγνωσμένη δημοσίευση από The Rebel » Χθες, 19:56

Feb 12 2019
Οι δίδυμες.

Εικόνα

Η μανα τους δεν τους αποκαλυψε ποτέ, ποια απο τις δυο γεννηθηκε πρωτη.
Κακως, όμως...
Διοτι ετσι τουλαχιστον θα μπορουσανε καπως να τις ξεχωριζουν, αφου στην όψη ησαν ολόιδιες.
Η Αλέξια ας πούμε θα μπορούσε να είναι η "μεγάλη", ενώ η Λυδία η "μικρή". Αλλά ούτε αυτή την ελάχιστη ευκαιρία να ξεχωρίζουν, δεν έστερξαν να τους δώσουν οι γονείς τους.
Κι έτσι γυρνοβολουσαν με τη ρετσινιά: "οι δίδυμες". Λες και δεν ήσαν δύο ξεχωριστά πλάσματα...

Παντως, αν δεν φρόντισαν κάπως να τις μάθουν από μικρές, να πατάει η κάθε μια στη δική της προσωπικότητα και στα δικά της πόδια, φρόντισαν μια χαρά να "πάρει" ο καθένας τη δικιά του.
Την Αλεξια παραδείγματος χάριν, την οικειοποιηθηκε ο Πατερας.
- Εσύ θα κάνεις ότι σου λέω εγώ. Την άλλη, άστην να φτιάξει κόμμα με τη μάνα της, για να την κάνει σαν τα μούτρα της...

Η μανα τους, όπως πάντα, δεν έφερε καμία αντίρρηση στον άντρα της.
- Την Αλέξια εσύ; Τη Λυδία εγώ!
Και πήρε τη φωτογραφικη της μηχανη, να βγει στους κήπους, να φωτογραφισει λουλουδια.
Αυτο εκαμε παντα για να της περασουν τα νευρα.
Ωστόσο, έπεσε απάνω στη μικρή Λυδία, που δεν ήταν μοναχά κόρη της. Ηταν και η μοναδική της φίλη. Και της πιπίλιζε το μυαλό, κάθε φορά που τσακώνονταν με τον άντρα της. Όσα δεν θα τόλμαγε ποτέ να του πει κατάμουτρα, τα άκουγε η Λυδία.
- Τον μισω...Καταλαβαινεις? Τον σιχαινομαι. Κι΄αν δεν καταλαβαινεις, το ιδιο μου κανει... Εσυ θα τα ακους, γιατι εσυ εισαι η δικη μου... Την Αλεξια προλαβε και την πηρε αυτος...

Η Αλεξια πηρε το ονομα της γιαγιας της - εννοειται από την πλευρά του Πατερα - ενω τη Λυδια τη βαφτισε η δικη της μανα, κατα βουλησιν. Και για να μην γινουν ρεζιλι στο σοϊ, επειδη το ονομα Λυδια δεν ηταν Χριστιανικο, συμφωνησαν να γινει η τελετη σε διαφορετικη μερα, σε αλλη εκκλησια, οπου δεν παραβρεθηκε κανενας - ουτε καν ο παππους και η γιαγια, απο τη μερια του Πατερα, εννοειται.
- Τους εχω χεσμενους, δηλωσε η μανα της και μετα ξαναβγηκε να φωτογραφισει υακινθους.

Η Αλεξια συνεπως, φορτωθηκε εξαρχης ολα τα βαρη της οικογενειακης παραδοσης.
Ηταν αυτη που οφειλε να φερνει τους καλους βαθμους, να φοραει τα σεμνα ρουχα και να συνοδευει τον Πατερα σε ολες τις επισκεψεις στο συγγενολοϊ - ενω τη Λυδια την ειχανε παρατησει στην ησυχια της
- Αυτη θα γινει πουτανα σαν τη μανα της...
Ωστοσο, η δυστυχη η Αλεξια, επεστρεφε ενιοτε συγχυσμενη και μετα επεφτε στην αγκαλια της αδερφης της
- Δεν τους αντεχω αλλο, ρε γαμωτο...

Μια δυο φορες, βεβαια, τα ειχανε καταφερει να ξεγελασουν τον Πατερα και να παει η μια στη θεση της αλλης.
Γιατι η Λυδια μπορούσε να νιώθει πότε η Αλεξια έφτανε στα ορια της και δεν αντεχε πραγματικα αλλο.
- Δεν εισαι μονη σου, της ειχε πει. Εχεις εμενα...και θα εχεις παντα εμενα...

Καποτε ομως ο Πατερας το καταλαβε οτι τον ξεγελουσαν και επαιρνε η μια τη θεση της αλλης.
Και για να μην το ξαναπαθει, επιασε την Λυδια και την πηγε να της βαψουν τα μαλλια της ξανθα, για να μπορουν να τις ξεχωρισουν.
Η Λυδια η μελαχροινη, η Αλεξια η ξανθεια.
Η Λυδια η Σκανταλιάρα, η Αλεξια η Σοβαρη
Η Λυδία το λάθος, η Αλέξια το σωστό.
Λογω διαφορετικου χρωματος στο μαλλι, βεβαιως-βεβαιως...
Πάντα από την πλευρά του Πατέρα, εννοείται. Η μάνα τους περιορίζονταν στο να φωτογραφίζει λουλούδια...

Οταν η Αλεξια παντρευτηκε τον Αργυρη, εφυγε να παει να ζησει μαζι με τον αντρα της και τη μανα του αντρα της, καπου στην ελληνικη επαρχια, οπου ο Αργυρης ειχε καλη δουλεια, πολλες γνωριμιες και μια σεβαστη περιουσια.
Αλλα ο Αργυρης ητανε καλο παιδι. Οχι σαν εκεινα τα μουτρα με τα οποια εμπλεκε η Λυδια.
Και οπως ολοι ξερουμε, η φρικαλεοτητα της ελληνικης επαρχιας οφειλεται ακριβως στα καλα παιδια και στις μανες των καλων παιδιων. Διοτι, αν τα παιδια δεν ειναι καλα, δραπετευουν απο την ελληνικη επαρχια και βρισκουν ασυλο στις μεγαλες πολεις.
Οι ξενοι ομως, σαν την Αλεξια, δεν εχουν καν την πολυτελεια της αποδρασης - γιατι απο που ηρθαν και που να γυρισουν;
Οποτε η δυστυχη η Αλεξια εγκλωβιστηκε για παντα στη μανα του Αργυρη, στην καλη του δουλεια και στα κτηματα του.
Μια ζωή ασφαλή και άνετη, χωρίς πολλά σκαμπανεβάσματα, χωρίς εκπλήξεις, χωρίς ελπίδα και χωρίς νόημα...
Ασε που σύντομα, η Αλεξια γεννησε τα πρωτο της παιδι και αργοτερα ενα δευτερο και ετσι αιχμαλωτιστηκε δια παντός και ισοβιως...
Στην ελληνικη επαρχια.
Η οποία κάθε χρόνο που περνούσε γίνονταν όλο και πιο αβάσταχτη, εξαιτίας των φυλετικών επιμειξιών, με αλβανίδες, βουλγάρες, πακιστανούς και μαροκινούς. Αν είχε δηλαδή και πέντε καλά η παλιά ελληνική επαρχία, τα είχε χάσει, σ΄αυτή την εφιαλτική πορεία της αντικατάστασης των λαών και της δημιουργίας μιας μπάσταρδης γενιάς, χωρίς ηθικούς κωδικες, χωρίς παρελθόν και χωρίς μέλλον.

Για τη Λυδια αντιθετως δεν ειχε τεθει ποτε ζητημα γαμου
- Και ποιος θα βρεθει να την παρει ετουτη; Μαύρο θα το βάψει το βρακί του! Φτυστή η μάνα της. Ανοικοκύρευτη και πουτάνα...
Ευτυχως προλαβε και έφυγε νωρις απο το σπιτι, γλιτώνοντας από την προεκπληρούμενη προφητεία, ότι θα καταντήσει σαν τη μάνα της.
Να φωτογραφίζει λουλούδια...

Η Λυδία αντιθέτως, ψάχτηκε πολύ. Ταξίδεψε, αναζητησε, χάθηκε και ξαναβρέθηκε.
Και, αφου γυρισε-γυρισε-γυρισε και ειδε ανθρωπους πολλους και γεμισε ηδονες και σφαλματα, οργανωσε μια διαφημιστικη εταιρεια και εβγαζε το μεροκαματακι της, χωρις να εχει αναγκη κανενα.
-Τι να πει κανεις; Σιγα μην ειχε μυαλο αυτη να φτιαξει οικογενεια... Μόνο λεφτά ήταν ικανή να κάμει..
Και ετσι περναγαν τα χρονια...

Καποτε ομως η Λυδια ξυπνησε με ενα περιεργο βαρος να την πλακωνει στη καρδια - σχεδον δεν μπορουσε να παρει ανασες. Ηξερε ομως πολυ καλα τι ειχε συμβει.
- Η αδελφη μου, ψιθυρισε. Η αδερφη μου, με εχει αναγκη!
Και μετα σκουντηξε τον συντροφο της, που κοιμόταν αμέριμνος πλάι της. Έναν Αθηναίο γραφίστα, με παιδιαστικο χαμογελο και οξύτατον νου. Τον Ρωμανό Καλογήρου.
- Ξυπνα, του ειπε. Και κανονισε να αναλαβεις για λιγο καιρο τη δουλεια, γιατι εγω πρεπει να φυγω...
Ο Γιοχαν ανοιξε διαπλατα τα χερια του, σαν μεγαλα φτερα, έτοιμα να την προστατεύσουν.
- Θα μου λειψεις...Αλλα, θα σε περιμενω...Καλο σου ταξιδι...

Εικόνα

Ειχε να τη δει χρονια την Αλεξια. Ηξερε βεβαιως το που ζουσε, το πως ζουσε και το οτι δεν ζουσε.
Αντ΄αυτης, ζουσαν τα δυο της παιδια, ο αντρας της και η μανα του αντρα της. Ωστοσο δεν το φανταζονταν το πως θα την εβλεπε τωρα, γιατι εδω ειχε μπροστα της μια αλλη Αλεξια.
Τρομακτικη Αλεξια.
Ητανε σαν να της ειχανε στεγνωσει ολους της τους χυμους - "Με ηπιανε" ψιθυρισε και επεσε να κλαψει στην αγκαλια της Λυδιας.
Ισως να εμειναν οι δυο τους αγκαλιασμενες επι ωρες. Μαλιστα κλειδωσαν και την πορτουλα στο περιπτερο του κηπου, οπου η Αλεξια φυλαγε τις φωτογραφικες της μηχανες και τα κηπευτικα της εργαλεια - γιατι εκεινο το παραπηγμα, με την ελενιτ στεγη, ηταν το μοναδικο σημειο, οπου η Αλεξια μπορουσε να καταφυγει πλεον, χωρις να την κυνηγουν οι φωνες των παιδιων της, της μανας του Αργυρη και των συγγενων του Αργυρη. Και οποτε ξεκλεβε χρονο απο τα παιδια και τα μαθηματα των παιδιων και τα φαγητά των παιδιων, ετρεχε στο περιπτερο του κηπου, αρπαζε τη φωτογραφικη μηχανη και φωτογραφιζε λουλούδια...
Σαν τη μάνα της.

Ασε που τα παιδια ειχανε γινει φτυστα σαν τον Αργυρη.
- Εγώ, είναι σαν να μην υπαρχω εδω μεσα, ρε πουστη μου...
Και εκλαιγε επι ωρες στην αγκαλια της αδερφής της.

Αλλα η Λυδια δεν ήταν τύπος που θα το έριχνε στους θρήνους
- Φτανει το κλάμα! Μουγκρισε.
Και βοηθησε την Αλέξια, να σταθει στα ποδια της.
- Παμε
- Που να παμε;
- Ν΄αγορασουμε γοβες, οπως παλια

Ήταν μια απο τις πιο αγαπημενες τους αναμνησεις - οταν ακομα η Λυδια δεν ειχε βγει για τα μεγαλα ταξιδια της και η Αλεξια δεν ειχε παντρευτει τον Αργυρη.
Μπαινανε στα παπουτσαδικα και δοκιμαζανε τα γοβακια, η μια στο ποδι της αλλης...
Και μετα, αγορασανε κατι κοκκινες - κατακοκκιινες γοβες και κατσανε και τα ηπιανε και κατοπιν πηγανε σε ενα κομμωτηριο και βαψανε τα μαλλια τους ολόιδια και μετα τα ξαναηπιανε και η Λυδια, επιασε και τονισε τις βλεφαριδες της αλληνης και γελουσανε με τους αντρες που τις επαιρναν ματι αλλα αναρωτιοντουσαν κι ολας - μπας και τα εβλεπαν διπλά απο το μεθυσι...
Και γυρισε λιγο το κοκκινο χρωμα στα μαγουλα της Αλεξιας...

Δεν περασανε δυο μερες, που ειχε ερθει η Λυδια στο σπιτι του Αργυρη και αρχισε η γκρινια. Η μανα του Αργυρη πηρε τον γιο της παραμασχαλα και του πιπιλουσε το μυαλο
- Να κανονισεις να φυγει αμεσως αυτη η τσουλα απο το σπιτι σου, αλλιως θα τη χασεις τη γυναικα σου. Ηδη μας εχει καμει ρεζιλι στη γειτονια...
Ο Αργυρης τωρα τι να πει?
- Αδερφη της ειναι, ρε μανα
- Ο κακος της ο δαιμονας ειναι, παιδι μου...
Το ποτηρι ξεχειλισε ενα μεσημερι, οπου η Αλέξια ειχε μαγειρεψει χοιρινο με σελινο, να φαει ο αντρας της κι αυτος ξινιζε τα μουτρα του.
- Τι εγινε? Δεν σ΄αρεσει?
- Στο εχω πει χιλιες φορες, να φτιαχνεις το αυγολεμονο, οπως το φτιαχνει η μανα μου

Τοτε λοιπον σηκωνεται η Λυδια, παιρνει την πιατελα το χοιρινο και του την φερνει κατακεφαλα. Δηλαδη, τον καπελωσε κανονικα - αφου εσταζαν τα σελινα απο το μουστακι του.
Και δεν ειχανε προλαβει να φανε και τα παιδια....

Το βραδυ ο Αργυρης, γυριζοντας απο τη μανα του, εκαμε εξηγηση στη γυναικα του
- Αμα τη βρω εδω, αυριο το μεσημερι, θα σου κοψω τα ποδια..."
- Για ποιαν μιλας?
- Για την αδερφη σου
- Μα αυτη, εφυγε κι ολας...
Και η γυναικα του Αργυρη εσκασε στα γελια.

Και μετα, εριξε μια κλωτσια στο οικογενειακο σκρινιο, οπου φιγουραριζε η φωτογραφια της μανας του Αργυρη και την τσακισε χαμου - χιλια κομματια.
Με την ψηλοτακουνη γοβα.
- Σιγα, μην καθοτανε εδω η αδερφη μου, με σενα τον μαλακα...
Ο Αργυρης κρατηθηκε, ο ανθρωπος, να μην καταρρευσει. Ειχε και ανατροφη απο το σπιτι του, δεν ητανε σαν αυτα τα ρεμαλια που σηκωνουνε χερι σε μια γυναικα - ητανε και τα παιδια εκει γυρω...
- Δεν σε αναγνωριζω, ψελισε.
- Γιατι, μωρο μου? Δεν γουσταρεις να εχεις στο σπιτι σου μιαν αλλη;
Κι΄υστερα του εδειξε τον καναπε, οπου ειχε στρωσει προχειρα δυο τρεις κουβερτες
- Εκει θα κοιμηθεις εσυ...
Κι αφου πεταξε απο τα ποδια της τις κοκκινες γοβες, μπηκε να καμει ενα ζεστο μπανιο
- Και μεχρι να ξαναρθει η αδερφη μου, του φωναξε απο το λουτρο, να μην σε βλεπω να τριγυρνας στα ποδια μου...
Κι αντε τωρα να καταλαβεις για ποιαν απο τις δυο μιλουσε...

Εικόνα
https://panusis.blogspot.com/2019/02/blog-post_74.html
Με κυβερνητική εντολή & δαπάνες των Ελλήνων Μακεδόνων μαχητικά της ΠΑ προστατεύουν τα Σκόπια από τους... εξωγήινους!

Απάντηση

Επιστροφή στο “Λογοτεχνία”

Phorum.com.gr : Αποποίηση Ευθυνών