Ανακοίνωση: Όσα μέλη δεν έχουν αλλάξει τον κωδικό τους και γράφτηκαν στο φόρουμ το μήνα Απρίλιο του 2018 θα πρέπει να αλλάξουν τον κωδικό τους υποχρεωτικά έως και τις 31 Μαΐου 2019. Αλλιώς δεν θα μπορούν να συνδεθούν στο φόρουμ μέχρι να αλλάξουν κωδικό.
Το ίδιο ισχύει και για όσα μέλη γράφτηκαν μέσα στο μήνα Μάρτιο του 2018 και δεν συνδέθηκαν τους τελευταίους μήνες ώστε να αλλάξουν τον κωδικό τους.
* Μπορείτε να κλείσετε αυτό το πλαίσιο αφού ενημερωθείτε.

Κλινοσοφιστεῖες καὶ ὄχι μόνον.

Πεζογραφία, ποίηση, γλώσσα και γραπτός λόγος, βιβλία
Άβαταρ μέλους
The Rebel
Δημοσιεύσεις: 4253
Εγγραφή: 31 Μαρ 2018, 18:18
Phorum.gr user: Wild Rebel

Κλινοσοφιστεῖες καὶ ὄχι μόνον.

Μη αναγνωσμένη δημοσίευση από The Rebel » 14 Μαρ 2019, 18:28

Τετάρτη, 13 Μαρτίου 2019
Θέατρο τοῦ Ὀνείρου
Παραστάσεις γιὰ νήπια.

Ἄνθος ὀρύζης μὲ παραμυθάκια.

Εικόνα
Δήμητρα καὶ Περσεφόνη.

Τοῦ Ἰάνη Λὸ Σκόκκο,
ἐν εἴδει σατυρικοῦ δράματος.


* Ἐγράφη τὴν 7η Ἰανουαρίου 1997.

1η παράστασις,
4 Φεβρουαρίου 1997,
σττὸν Α΄ Παιδικὸ Σταθμὸ Ἁγίου Ἰωάννη Ρέντη.

2η παράστασις,
Ε΄ Παιδικὸς Σραθμὸς Πειραιῶς, (13.2 1997).
Ἀκολούθησαν ἆλλες 130 παραστάσεις.
--
Τὰ πρόσωπα τοῦ ἔργου:

Θεὰ Δήμητρα..................... Μιμὴ Γουλέτα.
Θεὸς Διόνυσος...................Ἰάνης Λὸ Σκόκκο.
Περσεφόνη........................ Ἕνα κοριτσάκι ἀπὸ κάθε παράσταση.

Μουσική:
Μάνος Χατζιδάκις
καὶ τὰ ἀρχαῖα: Σίκινις – Βακχικὸς χορός - Ἐπιτάφιος Σεικίνου -
Κόσμου ἐκπύρωσις (Ἐργαστῆρι Παλαιᾶς Μουσικῆς,
κορυφαῖος Πέτρος Ταμπούρης).

Ἐνδυμασίες:
βάσει ἀρχαϊκῶν παραστάσεων,
κατασκευὴ Μιμὴ Γουλέτα.

Τὰ δύο κείμενα τῆς παραστάσεως “Ἆνθος ὀρύζης μὲ παραμυθάκια”
(<Μιὰ Κοκκινοσκουφίτσα ἀλλοιώτικη...> καὶ <Δήμητρα καὶ Περσεφόνη>)
ἀφιερώνονται στὴν σύζυγό μου ποὺ θριαμβεύει καὶ στὰ δύο.

Εικόνα

* * *
Δήμητρα: (Περιφέρεται σὲ χῶρον ἀνοιχτό, μεγαλοπρεπὴς καὶ ἀνήσυχη. “Διακρίνει” τὰ παιδιὰ θεατές). (Μουσική, “Σίκινις”, προτοῦ ἐμφανισθεῖ ἡ Δήμητρα ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ μονολόγου της).
Δήμητρα μὲ λένε· καὶ ὁ καθένας ξέρει,
στὴ Γῆ, πόσες δουλειὲς κάνω τὸ καλοκαῖρι.
Ἄλλη καμιὰ θεὰ τοῦ Ὀλύμπου, ἐγὼ μόνη,
μὲ τὴν κόρη μου δουλεύω, τὴν Περσεφόνη.

Ἦρθα γιὰ λίγο, νὰ σᾶς δῶ καὶ νὰ σᾶς φέρω
λουλούδια, καρποὺς κι’ ὅ,τι καλὸ προσφέρω
ἐγὼ στοὺς ἀνθρώπους – χρόνια τώρα καὶ αἰῶνες:
σιτάρια, μῆλα, πανσέδες, κρίνους, ἀνεμῶνες...

Ξέρω νὰ ξεχνῶ, πᾶντα, βάσανα καὶ κόπους.
Εἶμαι ἡ πρώτη θεὰ π’ ἀγαπῶ τοὺς ἀνθρώπους.
Καὶ σᾶς θὰ σᾶς βοηθήσω.
- Μπορῶ λίγο νὰ καθίσω;
Μὴ γνοιάζεστε, ποτὲ δὲν τρώγω καὶ δὲν πίνω...
Νἆστε καλά!... Γιὰ σᾶς, καὶ τὴν ψυχή μου δίνω.

Ὅσο θυμᾶμαι...
- πόσο λυπᾶμαι...
Τί ἔχω, στὴν ζωή μου, τί ἔχω τραβήξει!...
Ἀκόμα πονάω - κι’ ἄς ἔχουν ὅλα λήξει.
Ὁ Κρόνος, πρῶτα· πατέρας νὰ σοῦ πετύχει!
Γεννήθηκα καὶ μ’ ἔφαγε. Καλή μου τύχη,
τὄμαθε κι’ ὀργίστηκε, μὲ γλύτωσεν ὁ Δίας,
ὁ παντοδύναμος θεός. - Στάλα κακίας
δὲν ἔχω πάντως στὴν καρδιά μου γιὰ τὸν Κρόνο.
Εἶπα: “ - Ἄσ’ τον! Θὰ μετανιώσει μὲ τὸν χρόνο”.

Ἀλλοίμονο! Κι’ ἆλλο κακό, ἀργότερα,
χειρότερο τώρα μὲ βρῆκε ἀπὸ πρότερα.
Ὁ Δίας, ποὺ ἆλλο δὲν κάνει,
- ἀπορῶ πῶς τὰ προφτάνει... -
καὶ τὶς ὡραῖες ἐρωτεύεται,
μὲ τὸ ζόρι κι’ ἐμὲ παντρεύεται!
Χίλιες φορὲς τοῦ τὄχα πεῖ: “ - Δὲν θὰ παντρευτῶ
παρὰ μονάχα σὰν στ’ ἀλήθεια ἐρωτευτῶ!”

Ὥς καὶ ὁ οὐρανὸς ἀκόμη βάφτηκε μαῦρος,
σὰν ἦρθε ὁ Δίας... - μεταμορφωμένος ταῦρος!...
Τρόμαξα. Κι’ ἔμπηξα φωνή: “ - Βοηθᾶτε με!...”
Ἔγινα μεμιᾶς φοράδα – συμπαθᾶτε με.
Μὰ τοῦ Δία ἡ ἀγάπη, δὲν γιατρεύεται.
Ἄθελά μου, ἐπὶ τόπου, ...μὲ παντρεύεται.

(Μουσική, Βακχικὸς χορός. Μπαίνει ὁ Διόνυσος σὲ ἔκσταση, πίνοντας, χορεύοντας, τρώγοντας σταφύλια. Κρατᾶ κλῶνο ἀμπελιοῦ).

Ἀλλά, τί βλέπω; - Ὁ Διόνυσος, καλέ! Νά τος!
Μισομεθυσμένος...

Διόνυσος: Ὁ κᾶμπος μυρωδάτος
γέμισε σταφύλια. Νὰ φτιάξουμε κρασάκι...
Πῶς εἶσαι, Δήμητρα; Θέλεις νὰ πιεῖς λιγάκι;

Δήμητρα: Διόνυσε, φίλε θεέ, καλῶς μᾶς ὅρισες.

Διόνυσος: Κοῖτα! Ἡ οἰνοχόη ποὺ μοῦ δώρισες!...

Δήμητρα: Πᾶντα πιωμένος...χορευτής... Πῶς ἔτσι μόνος;
Ἡ συντροφιά σου;

Διόνυσος: Τοῦτος ὁ κλῶνος
πρέπει νὰ φυτευτεῖ,
μετὰ νὰ κλαδευτεῖ.
Νὰ βγάλει σταφυλάκια,
νὰ φᾶνε τὰ παιδάκια.
(Σταματάει τὸν χορό του, δίνει τὸν κλῶνο σ’ ἕνα παιδὶ θεατή).

Δήμητρα: Μὲ χαρά μου νὰ σὲ βοηθήσω.
Σίμωσε, κάτι νὰ σὲ ρωτήσω.
Κεῖνο κεῖ τὸ κοριτσάκι, ποὺ καμαρώνει...
(Ὁ Διόνυσος βλέπει ἀλλοῦ προσποιούμενος τὸν μύωπα).
...δὲν μοιάζει μὲ τὴν κορούλα μου, τὴν Περσεφόνη;
(Ὁ Διόνυσος κάνει πὼς δὲν κατάλαβε).

Διόνυσος: Ναί, πολύ.
Ἔδωσε, φέτος, ἡ ἐληά μας λάδι;

Δήμητρα: Διόνυσε, δὲν γύρισε ἀκόμη ἀπὸ τὸν Ἅδη.

Διόνυσος: Ρωτᾶς γιὰ τὴν Περσεφόνη;
Θἄρθει, μὲ τὸ πρῶτο χελιδόνι.
Νὰ δεῖς, τὴν Ἄνοιξη, λουλούδια θὰ μᾶς φέρει...
...φυτεμένα, ὅλα, ἀπὸ τῆς κόρης σου τὸ χέρι.

Δήμητρα: Πάω ψηλά, στὸν Ὄλυμπο. Ἀπὸ κεῖ πάνω,
νὰ δῶ ἄν ἔρχεται... Δὲν ξέρω τί νὰ κάνω.
(Βγαίνει ἀνήσυχη).

Διόνυσος: (Ἀφοῦ βεβαιωθεῖ ὅτι ἡ Δήμητρα ἀπομακρύνθηκε).
Πολὺ τὴν ἐκτιμῶ γιατί δουλεύει.
Καλὸ κάνει στοὺς ἀνθρώπους καὶ δὲν γυρεύει
παρὰ νὰ τὴν ἀγαπᾶνε
- ...τόσα τοὺς δίνει νὰ φᾶνε!...
Ἀλλὰ κι’ ὅλοι τὴν ἐκτιμοῦνε,
μὲ γιορτὲς τὴν φχαριστοῦνε.
(Ἀμηχανία).
Ἄς πιῶ!
(Πίνει. Κοιτάζει γύρω του).
Κρασὶ βεβαίως!...
(Πίνει). Ἄν κι’ ἐσεῖς διψᾶτε...
μαγαλῶστε πρῶτα, ...κι’ ὕστερα μοῦ ζητᾶτε!
Λίγο κρασί, στὴν καθισιά μας, ὅταν πιοῦμε,
ξεκούραση μᾶς φέρνει, βάσανα ξεχνοῦμε...
(Πίνει. Σὰν νὰ τὸ θυμήθηκε τώρα).
Ἡ Δήμητρα; Ποτὲ δὲν πίνει... - οὔτε στάλα!
Τῆς ἀρέσει τὸ ψωμί, θέλει καὶ τὸ γάλα,
στὰ σπίτια ὅλων, νὰ μὴν λείπουν, κάθε μέρα.
Θἄλεγα, ὅλου τοῦ κόσμου εἶναι ἡ μητέρα.
(Ἀμηχανία).
Κι’ ἔχει... - πῶς νὰ τὸ πῶ; Νὰ μ’ ἀκούσει, δὲν μπορῶ.
(Ἐμπιστευτικά).
Τὴν κορούλα της, τὴν Περσεφόνη...

Δήμητρα: Ἀπορῶ,
Διόνυσε, γιατί ἀκόμα τόσο κρύο κάνει
κι’ οὔτε ἡ Ἄνοιξη οὔτε ἡ Περσεφόνη φτάνει;

Τί σᾶς ἔλεγα, παιδιά μου;
Ἄχ, τί πόνος στὴν καρδιά μου!...
Σᾶς ἔλεγα τὶς συμφορές μου καὶ τὰ πάθη.
Τί φταῖνε τὰ παιδιά, γιὰ τῶν γονιῶν τὰ λάθη;

Ὤ! Μαύρη μέρα, στὰ χωράφια ποὖχα τρέξει...
(Μουσική. Ἐπιτάφιος Σεικίνου).
...μόνη, νὰ ὀργώσω..., νὰ φυτέψω..., πρὶν νὰ βρέξει
κι’ ἄφησα τὴν μικρή μου στὰ λιβάδια... Ἀλλοί μου!
Ἔσκυψε στὴν λίμνη, - κι’ ἔχασα τὸ παιδί μου.
Ἕνα λουλοῦδι,
τὸ ἀγγελοῦδι,
ἅπλωσε τὸ χεράκι της, ἔτσι, νὰ πιάσει·
κι’ ἄνοιξ’ ἡ γῆς· καὶ ἔπεσε· ὁ Ἅδης νὰ χορτάσει.
Ὁ Ἅδης, αὐτός, ὁ βασιληᾶς στὸν κόσμο κάτω.
Λὲς κι’ ἔκαμα τὸ παιδί μου ἐγὼ καὶ τοῦπα: - Φά’ το!

Κορούλα μου, καμάρι μου! Πῆγα νὰ δουλέψω!
Σιτάρι φύτευα. Δὲν ἔφυγα νὰ κλέψω.

Διόνυσος: Εὐθύς, καὶ ποῦ δὲν ἔτρεξε...

Δήμητρα: Χρυσὸ παιδί μου!

Διόνυσος: Φώναζε...

Δήμητρα:
Ποῦ βρίσκεσαι; Ποῦ; Σ’ ἔχασα, ψυχή μου!

Αὔριο ἡ συνέχεια...........................................................................

Εικόνα

Άβαταρ μέλους
Juno
Δημοσιεύσεις: 4608
Εγγραφή: 01 Απρ 2018, 01:46
Phorum.gr user: Juno και-ένα-ακόμα-αρχαίο

Re: Κλινοσοφιστεῖες καὶ ὄχι μόνον.

Μη αναγνωσμένη δημοσίευση από Juno » 14 Μαρ 2019, 19:20

Ο κύριος Κλινοσοφιστής! :)
Leporello έγραψε:
24 Ιαν 2019, 18:07
Nέα τζουνιά! Ο Αβέρωφ με αυτά που δήλωνε το ... 1962 θα διαψεύσει ΕΜΕΝΑ που μιλάω την γλώσσα.
Leporello: γιατί ο Αβέρωφ δεν ήξερε τι έλεγε!

Άβαταρ μέλους
Natasha
Δημοσιεύσεις: 1548
Εγγραφή: 31 Μαρ 2018, 00:12

Re: Κλινοσοφιστεῖες καὶ ὄχι μόνον.

Μη αναγνωσμένη δημοσίευση από Natasha » 15 Μαρ 2019, 12:31

Που είναι αυτός;
«Η επιστήμη γυρίζει γύρω από τα πράγματα ενώ η διαίσθηση μπαίνει μέσα τους.»

Άβαταρ μέλους
The Rebel
Δημοσιεύσεις: 4253
Εγγραφή: 31 Μαρ 2018, 18:18
Phorum.gr user: Wild Rebel

Re: Κλινοσοφιστεῖες καὶ ὄχι μόνον.

Μη αναγνωσμένη δημοσίευση από The Rebel » 15 Μαρ 2019, 18:39

Τετάρτη, 6 Μαρτίου 2019
Θέατρο τοῦ Ὀνείρου.

Εικόνα

Τὸ 1997, ὁ Σπύρος πήγαινε πιὰ στὸ Λύκειο - ἄρα ἔπρεπε κι' αὐτὸς νὰ διακόψει, ὅπως ἡ Ζωὴ καί, ὅπως εἴχαμε συμφωνήσει, τὴν συνεργασία του μὲ τὸ θέατρό μας.
Προκύψαμε, μείναμε ἠθοποιοὶ δύο. Ἡ Μιμὴ κι' ἐγώ.
Προορισμένο κοινό μας, μικρὰ παιδιὰ πάντοτε. Ποὺ κατὰ τὸ συνήθειο, θέλουν θέαμα πολύ, πρόσωπα πολλὰ καὶ βαβούρα νὰ τὰ διατηρεῖ... ξύπνια! Ναί, ἐμένα μοῦ λές;...
Σκεφτήκαμε πολὺ καὶ πολλά, καταλήξαμε: οἱ δυό μας. Καὶ τὸ θέατρο, θέατρο: καμία ὑποχώρηση σὲ βάρος τοῦ θεάτρου. Εἴπαμε: θεωροῦσα τὸ κοινό μας θεατρόφιλο, πεπειραμένο - κι' ἄς μὴν εἶχαν ξαναδεῖ θέατρο. Ἔλεγα πὼς ἔχει δεῖ καὶ...Στρίντμπεργκ ἀκόμη, ὄχι μόνον Σαίξπηρ καὶ Σοφοκλῆ! Κι' ἄς μὴν ἤξεραν οὔτε κἄν τὰ ὀνόματα. Τὸ θέατρο Μουσούρη, τὸ θέατρο Τέχνης ἦταν... τὰ προσφιλῆ στέκια τῶν θεατῶν μας, - ὑποτίθεται. Ὅταν, τὸ 1985, ξεκινήσαμε τὴν τόλμη νὰ κάνουμε, χωρὶς δεκάρα τσακιστὴ καὶ κυριολεκτικῶς νηστικοί, θέατρο, εἴχαμε ὁρκιστεῖ: αὐστηρότητα καὶ πειθαρχία ὅπως στὸ θέατρο "Θυμέλη" τῆς Ἕλλης Βοζικιάδου, ἀπ' ὅπου μόλις εἶχα φύγει. Μὴν ξεχνᾶμε, ἡ πρώτη μας παράσταση, μὲ καταιγίδα βροχῆς, πῆγε ἄπατα: 40 προσκλήσεις (δωρεὰν εἴσοδος) καὶ 27 εἰσιτήρια. Οὔτε ἡ αἴθουσα δὲν...πληρώθηκε. Ἀλλὰ καλλιτεχνικὸς θρίαμβος.
Σκέφτηκα μιὰ σειρὰ παραστάσεων μὲ δύο ἔργα, περίπου 40΄ τὸ καθένα, σὲ ἕνα πρόγραμμα. Μιὰ κωμωδία, πρῶτα. Κ' ἕνα δράμα, ὕστερα. Ἀκριβῶς ἀντίστροφα ἀπ' ὅπως γινόταν στὴν ἀρχαία Ἀθήνα.
Πολὺ γρήγορα (!) ἔγραψα τὰ δύο πρῶτα (ἀκολούθησαν ἆλλα δύο, ποὺ ἤδη δημοσιεύθηκαν ἐδῶ):
* Μιὰ Κοκκινοσκουφίτσα ἀλλοιώτικη...
καὶ
* Δήμητρα καὶ Περσεφόνη.
καὶ ἐπανέρχομαι στὰ ἴδια: ἀπάντηση σὲ μερικοὺς (πολλοὺς) ποὺ σοῦ λένε:
" - Σὰν τί θέατρο, τί τέχνη μπορεῖς νὰ κάνεις μὲ τὰ νήπια;..."
Ἀλλά, τὰ νήπια ἐκδικοῦνται ἀπολαμβάνοντας. Πολλὲς φορὲς καμαρώνω πὼς πρῶτος εἶδα, σ' αὐτήν τους τὴν ἡλικία θεατῶν, ἕνα γνήσιο, πηγαῖο κοινό.
Κακὰ τὰ ψέματα: Τὸ κοινὸ εἶναι ὅ,τι τοῦ προσφέρεις.
Ἡ Μιμή, σὰν Κοκκινοσκουφίτσα ἀλλοιώτικη, δίνει ρέστα.
Ἐγώ, σὰν λύκος, ἐξανθρωπίζομαι!
Μαζὺ μὲ τὸ * Δήμητρα καὶ Περσεφόνη, σὲ ἑνιαία παράσταση, δὲν εἶναι ὕβρις αὐτὸ ποὺ θὰ πῶ, νιώθουμε σὰν ἀναμεταξὺ Κομεντὶ Φρανσαίζ καὶ Ἐπιδαύρου, καί, βεβαίως, οὔτε ἐκεῖ οὔτε ἐδῶ. Σίγουρα στὸ βᾶθρο τῆς ἐπιτυχίας.
Ἄν αὐτὸ εἶναι κακό, λιθοβολεῖστε μας.
-----

Μιὰ Κοκκινοσκουφίτσα ἀλλοιώτικη...
... εἶναι ἀφιερωμένη δικαιωματικὰ στὴν Μιμή.


Καὶ τὸ κείμενο, μόνο του, στὴν
αἰωνιότητα τοῦ Μάνου Χατζιδάκι.
------
Τὰ πρόσωπα τοῦ ἔργου:
Μιμή, μία ἠθοποιός........................... Μιμὴ Γουλέτα.
Γιάννης, ἕνας ἠθοποιός..................... Ἰάνης Λὸ Σκόκκο.
Οἱ ἴδιοι ἐναλλὰξ καὶ ἀντιστοίχως
ὡς Κοκκινοσκουφίτσα καὶ ὡς Λύκος.


Εικόνα

Μιμή: (Μπαίνει εὐδιάθετη, ντυμένη ὑπαρξιακά, καλλιτεχνικά. Φτιάχνεται στὸ καμαρίνι της Μιλάει στὸ καοινό):
Σηκώθηκα πουρνὸ-πουρνὸ καὶ νά 'μαι 'δῶ κοντά σας.
Καθεῖστε στὶς καρέκλες σας. Ρᾶψτε τὰ στόματά σας.
Κι' ἄς ποῦμε πὼς θὰ σβήσουνε τὰ φῶτα τῆς πλατείας.
Τώρα; Παράστασις θ' ἀρχίσει. Τῖτλος κωμωδίας;
(Μὲ παιδιάστικη φωνή, ἀναγγέλει):
Μαμά! Μπαμπά! Παιδάκια!
<Ἆνθος ὀρύζης μὲ παραμυθάκια>.
Γιάννης: (Μπαίνει ἀγουροξυπνημένος· πετσέτα προσώπου, σκουπίζεται ἀκόμη, ἀπρόσεχτα ντυμένος. Ἦρθε στὸ καμαρίνι του νὰ ἑτοιμαστεῖ):
Ἄ(ου)λλος μπελὰς ὠζουρντουἰ πρωὶ-πρωὶ μὲ βρῆκε!
(Σκουντάει ἕναν θεατή).
" - Ξῦπνα!...", μοῦ εἶπε ἡ Μιμή, στὸ σπίτι μου σὰν μπῆκε.
(Τραβάει ἆλλον θεατή, τὸν τραντάζει σὰν γιὰ νὰ τὸν ξυπνήσει).
" - Θά 'ρθεις στὸν Παιδικὸ Σταθμό, θὲς δὲν θέλεις...
Σήκω. Μὴν κοιμᾶσαι πιά, σὰν κλασικὸς τεμπέλης!"
Τί νά 'κανα; Σηκώθηκα(ου). Κι' ἐδῶ 'μαστε.
(Χτενίζεται).
Ἤρθαμε γιὰ θέατρο. (Λάμπει ὁλόκληρος). Σήμερα πληρωνόμαστε!
Βγάζουμε λεφτά! (Σχετικὴ χειρονομία μὲ τὰ δάχτυλα). Μὲ ζήτω καὶ χειροκροτήματα.
(Χειρονομία ποὺ παρασύρει τοὺς θεατὲς νὰ χειροκροτήσουν).
Παρακαλῶ! Νὰ πάψουνε οἱ ψίθυροι, τὰ βήματα...
ἄν θέλετε πολὺ νὰ διασκεδάσετε.
Ἀκοῦτε; (Ἀπαντοῦν "Ναί"). Βλέπετε; (Ἀπαντοῦν "Ναί"). Σωπάσετε!
Μιμή: (Σὰν νὰ ἀσκεῖται στὸ τραγοῦδι "Συγγνώμη σοῦ ζητῶ, συγχώρεσέ με...". Μὲ ἀγωνία).
Συγγνώμη σοῦ ζητῶ, συγχώρεσέ με!...
Δὲν ἔφερα τσατσάρες καὶ μπογιές.
Τὴ βούρτσα πάρε κι' ἔλα χτένοσέ με
καὶ - ὥσπου νὰ βαφτῶ - μονάχος βγές.
Γιάννης: (Συνεχίζει τὴν προετοιμασία του ἀδιάφορος, κάνοντας ἀσκήσεις ὀρθοφωνίας).
Ἄσπρη γάτα ξέξασπρη κι' ἀπ' τὸ γιαοῦρτι ξεξασπρότερη.
Ἄσπρη γάτα ξέξασπρη κι' ἀπ' τὸ γιαοῦρτι ξεξασπρότερη.
Μιμή: (Πεεισμωμένη, ἀλλάζει τραγοῦδι: "Σκληρὴ καρδιά").
Σκληρὴ καρδιά! Γιὰ σένα δὲν θὰ κλάψω.
Ἐγὼ σὲ κάλεσα στὸ θέατρο νὰ 'ρθεῖς.
Δὲν τὸ ἀξίζεις, οὔτε καὶ μαῦρα θὰ τὰ βάψω.
Εἶσαι ἀχάριστος! Ἆντε νὰ μοῦ χαθεῖς!...
Γιάννης: (Κάπως θυμωμένος, στὸ κοινό, σὰν ἐμπιστευτικά).
Εἴδατε;... Τὴν λυπᾶμαι τὴν καημένη τὴν Μιμή,
ποὺ θέλει νά 'ναι ὄμορφη τὴν πάσαν ὥρα καὶ στιγμή.
Γιατί, στὸ θέατρο, πρέπει πολὺ καλὰ νὰ ξέρει
πῶς νὰ μαγεύει τὰ παιδιά... Καί, τί τήνε συμφέρει:
ὡραία νά 'ναι; (Τὴν δείχνει).
ἤ νὰ κοιτᾶνε (δείχνει ὁλόγυρα τοὺς θεατές)
μ' ὁλάνοιχτα τὰ μάτια θαμπωμένα
καὶ ν' ἀκοῦν ἐκείνην ἤ ἐμένα
κι' ὥς τὸ τέλος νὰ ξεχνοῦνε:
τί θὰ φᾶν' καὶ τί θὰ πιοῦνε;
Μιμή: (Ἕτοιμη. Κοκέτικα, στὸν ρυθμὸ "Λὰ Κουκαράτσα").
Δὲν εἶν' ἀνάγκη, δὲν εἶν' ἀνάγκη
νὰ φωνάζεις, φωνακλά!...
Ὁρῖστε! Νά με! Κι' ἕτοιμη, βγαίνω.
Κι' ἄσε τὰ πολλὰ μπλὰ μπλά.
(Ἐκείνη κάνει μερικὲς στροφὲς γιὰ νὰ τὴν ἐλέγξει, ὕστερα παίρνουν θέση δίπλα-δίπλα στὸ προσκήνιο).
Γιάννης: Φορέσαμε, ποὺ λέτε, τὰ καλά μας... (Ἡ Μιμὴ σκάει στὰ γέλοια, δείχνοντάς του ὅτι εἶναι ἀκόμα μὲ τὸ σακκάκι τῆς πυζάμας· ἐκεῖνος τὰ χάνει, κάτι μουρμουρίζει, τὸ πετάει στὸ βάθος).
Μιμή: Στίψαμε ὥς καὶ τὴ φλούδ' ἀπ' τὰ μυαλά μας...
Γιάννης: ...Λόγια ὡραῖα...
Μιμή: ...σαφῶς σπουδαῖα...
Γιάννης: ...νὰ σᾶς θυμίζουν παραμύθια!
Μιμή:
Χωρίς κουκιά, χωρίς ρεβύθια.
Γιάννης: <Μιὰ Κοκκινοσκουφίτσα... ἀλλοιώτικη ἀπὸ τὶς ἆλλες>.
Μιμή: Κι' ἀπ' τὴν Μυθολογία τῶν Ἑλλήνων, λίγες στάλες.
Γιάννης: (Στὴν Μιμή). Σιγά! Μὴ βιάζεσ', ἕνα-ἕνα νὰ τὰ ποῦμε. (Στὸ κοινό, ἀλλοιῶς).
Μιὰ φορὰ κι' ἕναν καιρό, ἀνεβήκαμε νὰ δοῦμε
στὸ βουνὸ ψηλά, λυκάκια κι' ἀλεποῦδες,
κι' ἄς μᾶς φωνάζανε:
Μιμή: (Μὲ φωνὴ γριᾶς). " - Μὴν πᾶτε!...".
Γιάννης: οἱ γιαγιάδες, οἱ γκρινιάρες. Κι' οἱ παπποῦδες.
Μιμή: (Ὁμοίως). " - Καθεῖστε, σταφίδες νὰ φᾶτε".
Μιμὴ καὶ Γιάννης: Ἀλλὰ...- πρίτς! - ἐμεῖς τοὺς τὸ σκάσαμε.
Τρεχἀλα, στὸν Ὄλυμποφτάσαμε.
(Ἐνῶ τρέχουν, ἡ Μιμὴ ἐξαφανίζεται. Ὁ Γιάννης ἀπολαμβάνει τὸν καθαρὸ ἀέρα, σκαρφαλώνει - αὐτοσχεδιασμός - σὲ βράχια, βλέποντας κάθε τόσο γύρω του ἀπὸ ψηλά. Μουσικὴ Σοῦμπερτ).
Γιάννης: Καλέ, κοῖτα πῶς φαίνονται οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ ψηλά!
Σὰν νήπια καὶ προνήπια - ἄ στὸ καλό!
Ξάφνου, ποιάν βλέπουμε μπροστά μας;
Καλέ! Ποιά εἶν' ἐκείνη ποὺ ἀνεβαίνει (Ἡ Μιμὴ σκοντάφτει).
κι' ἀπὸ τὴν κούραση κουτσαίνει; (Αὐτοσχεδιασμός: ἡ Μιμὴ φοβᾶται τὸν ἄγνωστο Γιάννη, ποὺ τρέχει νὰ τὴν δεῖ ἀπὸ κοντά).
Ἄ!... Ἔχει στὸ μάγουλο μιὰν ἐλίτσα!... (Προσπαθεῖ νὰ θυμηθεῖ).
Ποιά ἔχει ἐλίτσα;
Ποιά ἔχει ἐλίτσα;... (θυμᾶται).
Διάβολε! Ἡ Κοκκινπσκουφίτσα!!
Μά, πόσες φορὲς τὴν ἔχει φάει
ὁ Λύκος!... Κι' ἐκείνη ξαναπάει
ἐκεῖ;... Ἄχ, θὰ τὴν καταβροχθίσει!... (Φωνάζει ὁλόγυρα).
Λύκε! Δὲν τὴν ἔχεις πιὰ μπουχτίσει; (Ἀλλοιῶς).
Μὰ κι' αὐτή!... Δὲν ξέρει πιὰ τὸ μάθημά της;
Γάνιασε νὰ τῆς τὸ λέει ἡ μαμά της.
Τί σοῦ λέει, παιδί μου, ἡ μαμά σου;
Πές μας τὸ ποιηματάκι.
Μιμή: (Εὐκαιρία γιὰ αὐτοσχεδιασμό: ὑπόκλιση, ἀμηχανία παρατραβηγμένη, δάχτυλο στὸ στόμα, τράβηγμα τῆς ἄκρης τοῦ φουστανιοῦ κτλ).
Ποτέ μου...
Γιάννης: Ναί;
Μιμή: Ποτέ μου.... (Ἀλλοιῶς). Τσίσα μου θέλω!
Γιάννης: Δὲν θὰ πᾶς πουθενά. Τὸ ποιηματάκι! Κάτω τὸ χέρι. Ἄσ' τὸ φουστάνι σου!...
Μιμή: Ποτέ μου μόνη ἀπὸ τὸ σπίτι...
Γιάννης: Ναί; Ἔλα. Λέγε! - Μὰ τί κομπλεξικὸ παιδί εἶσαι σύ, τέλος πάντων! Πές το.
Μιμή: Ποτέ μου μόνη ἀπὸ τὸ σπίτι δὲν θὰ βγῶ...
Γιάννης: (Σχετικὴ ἀνακούφιση). Μᾶς εἶπε τὸ μισό!
Μιμή: ...οὔτε στὸ κοτέτσι...
Γιάννης: Μπράβο! Καὶ τὸ μισὸ τοῦ μισοῦ.
Μιμή: Τὸ ξέχασα.
Γιάννης: Νὰ τὸ θυμηθεῖς! Ἆντε, κούνα το λίγο τὸ κλούβιο σου!...
Μιμή: Μὲ τραντάζεις!... (Κλαίει). (Ὁ Γιάννης τὴν κοιτάζει ἐπιτακτικὰ κι' ἐνθαρρυντικά).
Ποτέ μου μόνη... ἀπὸ τὸ σπίτι.... δὲν θὰ βγῶωωω,
οὔτε στὸ κοτέτσι γιὰ νὰ φέρω ἕν' αὐγό!
Τὄπα!
Γιάννης: (Στὸ κοινό). Αὐτὸ ἤτανε!
Καί, ἐν πάσει περιπτώσει,
δὲν μπορεῖ νὰ βάλει γνώση;
Κι' ἄκου τὰ παθήματά της...Δὲν λέω ὑπερβολές. (Φοράσει μάσκα λύκου). Μαῦρος λύκος πρόβαλε μπροστά της. Οὔουου!... Οὔουου!...
Μιμή: Αὐτός, τῆς γρυλίζει.
Γιάννης: Ἡ δέ; Κιτρινίζει! (Ἀλλοιῶς).
Γιὰ ποῦ, γλυκειὰ Κοκκινοσκουφίτσα;
Μιμή: Λύκε, δίνε του. Κρατάω βίτσα.
Γιάννης: Χμ!... Κατάλαβα. Ντουγροὺ γιὰ τὴν γιαγιά σου.
Μιμή: Ἆντε παράτα μ' ἀπὸ δῶ!... Κάνε τὴ δουλειά σου.
Γιάννης: (Κατ' ἰδίαν). Πᾶντα της ἀνάγωγα μοῦ μιλάει.
Μιμή: (Κατ' ἰδίαν). Δὲν βρίσκεται μιὰ τίγρη νὰ τὸν φάει;
Γιάννης: Φιλάκια κι' ἀπὸ μένα στὴ θειὰ τὴν Ἀμερσούλα...
Τὴν ἀγαπῶ ἀπὸ παιδί.
Μιμή: Γι' αὐτὸ κι' αὐτή, μόλις σὲ δεῖ,
τὴν πιάνει...πυρετός! Καὶ τῆς ἔρχεται κατρούλα.
Γιάννης: Μὲ ἔκανες, θυμήσου, νὰ θυμώσω. (Στὸ κοινό).
Θὰ τρέξω τὴ μουσούδα ν' ἀλευρώσω...,
θὰ γίνω ἴδια ἡ γιαγιά της,
θὰ φορέσω καὶ τὰ γυαλιά της...,
τὴν ἄρρωστη θὰ κάνω στὸ κρεβάτι.
Ἄς στρίψω ἀπὸ τ' ἆλλο μονοπάτι.
(Μουσικῆ Γκρήγκ. Ὁ Λύκος ἀγκομαχάει νὰ φτάσει στὸ σπίτι τῆς γιαγιᾶς. Πλησιάζει ἕνα παιδί, τὸ μυρίζει: " - Εἶσαι χοιρινό;", σ' ἕνα ἆλλο λέει: " - Βρωμάει κολώνιες!...Ἀμερικάνικα φαγητά". Καὶ κάποια στιγμή: " - Οὔφ!Τί τῆς ἦρθε τῆς γιαγιᾶς νὰ χτίσει ἐκεῖ πάνω σπίτι; Γιὰ νὰ μὴν πληρώνει Ἐφορία! Ἡ καρδιά μου! Δὲν ἀντέχω, ἀλλά, τὴν προκομμένη, θὰ τὴν ξαναφάω!").
Μιμή: Δρόμο παίρνει, δρόμο ἀφήνει...
Πάει αὐτός...
Γιάννης: Πάει κι' ἐκείνη,
στὴν βουνοπλαγιὰ πού μένει
ἡ γιαγιά, κρεβατωμένη,
χρόνια τώρα, - ἡ φουκαριάρα!
Πᾶντα ἦταν ἀρρωστιάρα.
Νὰ σκεφτεῖς πὼς ὁ γιατρός της:
" - Ἔ, τὰ θέλει" εἶπε "κι' ὁ πωπός της!...". (Κάνει τὴν κίνηση πῶς βάζουν τὴν ἔνεση).
Μιμή: Νά τὸ σπίτι, τώρα νά το!
Κι' ἄχ! Τὸ πιάτο γιὰ τὸν γάτο
ἀναποδογυρισμένο!
Ἀπὸ μέρες ἀδειασμένο.
Πῶς δὲν μούκοψε λιγάκι
νὰ τοῦ ἔβραζα ψαράκι; (Δικαιολογεῖται στὸ κοινό).
Σὰν γιαγιάδες ταξειδεύουν
καὶ πηγαίνουν Βουλγαρία,
γιατί τὄχουν ἀγγαρία
οἱ γιατροί, νὰ σὲ γιατρεύουν,
στὴν Ἑλλάδα... μὴν σαστίσω;
Ἐρχόμουνα νὰ συγυρίσω.
Γιάννης: Ἔχει κλειδὶ καὶ ξεκλειδώνει...
Ξεσκέπαστη ἡ γιαγιά, κρυώνει. (Στρώνει κρεβάτι, πέφτει, σκεπάζεται παραμιλῶντας: " - Πῶ πῶ πῶ μία γιαγιά!... Ἄν αὐτὴ εἶναι γιαγιά, τότε κι' ἐγὼ εἶμαι γιαγιά, καὶ σύ γιαγιά, κι' ὅλος ὁ ντουνιὰς γιαγιά... Πλάμ! Πλούμ!...").
Μιμή: Γιαγιακούλα, ἦρθα! Ξῦπνα! Κεφτεδάκια!
Γιάννης: (Γλείφεται). Μμμμμ!
Μιμή: Σοὔφερα μπλάστρη...
Γιάννης: (Τσινάει).
Μιμή: οἰνόπνευμα, μπαμπάκια. (Στὸ αὐτί του, γιὰ νὰ τὸν ξεκουφάνει).
Γιάννης: (Ἀφοῦ κλωτσίσει, σηκώνεται λίγο, μὲ φωνὴ γιαγιᾶς).
Ἄχ! Καλό μου κοριτσάκι!
Ἔλα, τρῖψε με λιγάκι.
Ἔχω πυρετό! (Πιάνει τὸ κούτελό του). Κρυάδες! (Τουρτουρίζει).
Κάτι πόνους (Δείχνει ποῦ) καὶ ζαλάδες! (Σὰ νὰ λιποθυμάει).
Μ' ἔπιασαν τ' ἀρθριτικά μου... (Κάνει πὼς ούρλιάζει στοὺς πόνους).
Τέλειωσαν τὰ γιατρικά μου. Κλαψιάρικα).
Ἔλα! Βόηθα με νὰ γειάνω...(Κουκουλώνεται).
Μιμή: (Ὕστερα ἀπὸ παύση ποὺ τὸν περιεργάζεται, ψαχουλεύει κάτω ἀπὸ τὰ σκεπάσματα, λέει σαρκαστικά). Οὐρὰ εἶναι αὐτὸ ποὺ πιάνω;
Γιάννης: (Πετάγεται σὰν ἀπὸ πόνους ἀληθινούς).
Λάστιχο, παιδί μου, εἶναι!
Νἄχω νερό!...
Μιμή: Τότε, πίνε!
Νὰ σοῦ πέσει ὁ πυρετός.
Κι' ἄν σοῦ ἔρθει ἐμετός,
πολὺ θὰ τὸ χαρῶ, γιαγιά!
Πάω νὰ φύγω, - ἔχε γειά!
Γιάννης: Τί;... Ποῦ;... Πῶς;... Γιατί, παιδί μου,
φεύγεις;
Μιμή: Τὸν γιατρὸ τοῦ Δήμου
νὰ φωνάξεις.
Νὰ πλαντάξεις.
Εἶσαι ὁ Λύκος... - καὶ τὸ ξέρω.
Φεύγω. Δὲν σὲ ὑποφέρω.
Γιάννης: (Ξεσκεπάζεται). Χά! Εἶν' οἱ πόρτες κλειδωμένες
καὶ διπλὰ ἀμπαρωμένες.
Καλλίτερα κι' ἀπὸ Παιδικὸ Σταθμό,
- δὲν θὰ σοῦ πῶ ποτέ μου τὸν ἀριθμό...
(Ψάχνει κάτω ἀπὸ τὰ σκεπάσματα).
...Βρέ, τηλεχειριστήριό μου,
ποὺ φρουρεῖς τὸ χτήριό μου,
μὰτσ καὶ μούτς, νὰ σὲ φιλήσω!...
Μιμή: Λύκε, νὰ σὲ κατουρήσω! (Ἐπίθεση. Τὸν σέρνει ὁλόγυρα, τὸν ρίχνει χάμω).
Ἄκου, μιὰ γιὰ πᾶντα, Λύκε!
Ἡ χαρά, ξυνὴ σοῦ βγῆκε.
Χρόνια πιά, τὰ ἴδια κάνεις·
τῆς γιαγιᾶς τὰ ροῦχα βάνεις,
τὴν φωνούλα της μιμεῖσαι... (Μιμούμενη).
...νὰ μᾶς φᾶς στὸ ἆψε-σβῆσε!
Ὅμως, Λύκε, σὲ καλό σου:
τὄφαγες τὸ φαγητό σου; (Τῆς ἀπαντάει: " - Τσ!...").
Σὰ δὲν ντρέπεσαι λιγάκι!
Σήκω, φεῦγα!...
Γιάννης: (Μουδιασμένος). Σὲ λιγάκι.
Μιμή: Ὄχι, τώρα! Σήκω!
Γιάννης: (Σκυφτός). Γειά σου!
Μιμή: (Τοῦ πατάει ἄγρια φωνή). Γρήγορα, γρουσούζη, βιάσου.
(Προχωρεῖ καταπάνω του ἀπειλητικά).
Ὥς τὸ τρία θὰ μετρήσω.
Ἄν δὲν φύγεις, θὰ σαλπίσω
μιὰ φορά - ...καὶ θὰ μπουκάρουν
τὰ παιδιά, νὰ σὲ λυντσάρουν!
Γιάννης: (Πέφτει στὰ γόνατα, ἐκλιπαρῶντας).
Ὄχι! Μὴν μὲ ξεφτυλίζεις.
Δεῖρε με! Μὰ μὴ μὲ βρίζεις.
Ἄν μὲ ξαναδεῖς, κυρά μου,
νὰ μαδήσεις...τὴν ούρά μου.
Νά! Μὲ δάκρυα, προσκυνῶ σε.
Τὴν τιμή μου μόνο σῶσε.
Μὴν καλέσεις τὰ παιδάκια! (Τὰ δείχνει μὲ τρόμο).
Θὰ μοῦ φᾶν' τὰ παϊδάκια...,
στὶς κλωτσιὲς θὰ μ' ἀρχινίσουν,
ἀπ' τὴ γῆς θὰ μ' ἀφανίσουν.
Καὶ σ' τ' ὁρκίζομαι: στὸ Δάσος
θὰ ζῶ μόνος. Καὶ τὸ θράσος
νὰ ξανάρθω...
νὰ τὴν πάθω
ἀπό σένα;
Περασμένα,
ξεχασμένα!
Μιμή: (Ἀλλοιώτικη). Μά, κι' ἐμένα
δὲν μ' ἀρέσουν, χώνεψέ το,
οἱ καυγάδες. Πίστεψέ το.
Ὅμως, πρέπει νὰ σὲ δέσω
μ' ἕναν ὅρκο!
Γιάννης: (Κατ' ἰδίαν). Νὰ...σκεφτῶ:
τί 'ν' αὐτό;
Μιμή: Δὲν θὰ πέσω
πιὸ κορόιδο κανενός. (Φέρνει μολύβι καὶ χαρτί).
Ὑπόγραψέ μου, ἀφ' ἑνός,
Συμφωνητικὸν Φιλίας.
(Σκηνοθετικὸ παιγχνίδι - προέκυψε στὶς παραστάσεις. Τὸν προτρέπει νὰ ὑπογράψει.

Ἐκεῖνος λέει: " - Δὲν ξέρω γράμματα".
Ἐκείνη: " - Δῶσε μου τὸ χερουκλάκι σου, μωρό μου! Ἔτσι μπράβο! Πῶς σὲ λένε;" Ἐκεῖνος: " - Λύκο!"
Ἐκείνη: " - Τὸ ἆλλο σου...
" Ἐκεῖνος: " - Λύκο".
Ἐκείνη: " - Ἄχ, ἀβάφτιστος εἶναι ὁ χριστιανός!... Τέλος πάντων. Λάμδα..."
Ἐκεῖνος: " - Δὲν μὲ λένε Λάμδα!"
Ἐκείνη, ἐπιμένοντας: " - Ὕψιλον". Ὁ Λύκος κλαίει. " - Κάππα". Καρτερικά: " - Ἔλα, παιδί μου Κάππα... - κοντεύουμε! Τώρα: - Ὄμικρον!..."
Ἐκεῖνος: " - Ἄ, κουλουράκι!...".
Ἐκείνη: " - Ὁ νοῦς σου στὸ φαΐ, ἐσένα! Γράφε. Καί: - Σῖγμα! Ὁρῖστε: - Λύκος!" Ἐκεῖνος, χοροπηδῶντας: " - Ἐγὼ τὄγραψα!... Εἶμαι Λύκος γραμματιζούμενος!...").
Κι' ἀφ' ἑτέρου, Ἀσυλίας
Συμφωνητικό, σοῦ φτιάχνω...


Γιάννης: Τί 'ναι πάλι αύτό;
Θὰ σὲ παντρευτῶ;
Μιμή: (Τοῦ ἐξηγεῖ). Νὰ μὴν τρέχω καὶ σὲ ψάχνω. (Στὸ κοινό).
Σὲ μιὰ κλούβα θὰ τὸν κλείσω.
Τί; Ἔτσι θὰ τὸν ἀφήσω;
Γιάννης: Ὅρκο στοὺς θεούς, σοῦ δίνω,
πὼς θὰ τρώγω καὶ θὰ πίνω
μόνο μ' ἄγρια θηρία... (Βαθειὰ ὑπόκλιση).
Θὰ σ' ἀποκαλῶ: - Κυρία!
Θὰ σὲ βοηθῶ στὸ σπίτι,
τίποτα νὰ μὴ σοῦ λείπει.
Μιμή: (Εἰρωνικὰ καὶ χαδιάρικα). Εὖγε! Εὖγε! Σὲ πιστεύω.
Καὶ σὰν ψεύτη, σὲ βραβεύω. (Λέγοντας καὶ κάνοντας).
Δυὸ κλωτσιὲς ἀξίζεις νὰ φᾶς.
Μάζεψέ τα... - κι' ἀλλοῦ νὰ πᾶς!
Γιάννης: (Ἐξουθενωμένος) Μά!...
Μιμή: (Κοροϊδευτικά). Μού!
Γιάννης: Ἀχά!...
Μιμή: Ἀχού!... (Πάει νὰ φύγει θριαμβεύρια, ἐπιστρέφι).
Τέλος πάντων, μεῖνε...φύγε...
ὅ,τι θέλεις. (Φεύγει).
Γιάννης: (Παύση) Μπᾶ! Ποῦ πῆγε;
Σηκώνεται, φωνάζει).
Κοκκινοσκουφίτσα!... Μιμή!...
Τὴν ἔχασα σὲ μιὰ στιγμή!
Μιμή: (Ξαναμπαίνει χωρὶς τὰ ροῦχα τῆς Κοκκινοσκουφίτσας).
Ἔλα νὰ ξεκουραστοῦμε,
γιατί...κι' ἆλλο θ' ἀνεβοῦμε,
στὸ βουνό, νὰ βροῦμε κι' ἆλλο
παραμύθι, πιὸ μεγάλο.
Γιάννης: (Προσγειώθηκε). Ἄχ, ναί! Διάλειμμα. Σὲ λίγο
ἐδῶ θἆμαι, δὲν θὰ φύγω.
Μιμή: Στὸν Ὄλυμπο θ' ἀνέβουμε
κι' ἐκεῖ, θεοῦς θ' ἀγναντεύουμε.

Αὐλαία.
[Μουσικὴ Μάνου Χατζιδάκι ἀπὸ τὸ "Χαμόγελο τῆς Τζοκόντας" καὶ τοὺς "Ὄρνιθες". Ἀκολουθεῖ τὸ μονόπρακτο "Δήμητρα καὶ Περσεφόνη"].
https://yannakis08yahoogr.blogspot.com/ ... o7dUljTjtU


Εικόνα

Άβαταρ μέλους
The Rebel
Δημοσιεύσεις: 4253
Εγγραφή: 31 Μαρ 2018, 18:18
Phorum.gr user: Wild Rebel

Re: Κλινοσοφιστεῖες καὶ ὄχι μόνον.

Μη αναγνωσμένη δημοσίευση από The Rebel » 15 Μαρ 2019, 21:31

Τετάρτη, 13 Μαρτίου 2019
Πρὸς τινα σφετεριστήν μου Σουρικῆς δόξης.

Εικόνα
Εἶμαι 4 χρόνων, στὸ σκαλοπάτι τῶς... λωλο-Ρήνης!

Κοῖτα δῶ, καλέ, ποιοί πιάνουν σήμερα πέννες... - ἀμὰν πιά!
Ἄνθρωποι γεννημένοι νὰ κρατοῦν, χαλάλι τους, τσαπιά.
~ Γιὰ νὰ τὰ ποῦμε λιγάκι, ἐμεῖς οἱ δυό, κυρ-Νικολά!
Κάθε δικός μου σάτιρας στίχος, στὸν τοῖχο σὲ κολλᾶ.

Πέθαν' ὁ Σουρῆς κι' ἴδια μέρα γέννησεν ἡ μαμά μου:
Μνημόσυνον Σουρῆ, κι' αὐθημερὸν Γενέθλια δικά μου!

(Ἐκ προθαλάμου τῆς ἀνυπαρξίας, εἰς προθάλαμον νέας, ἐκ βρέφους, ἐμπνεύσεως...)
- Παράτα τὸν κάλαμον. Προσκύνησον ἡμᾶς τοὺς ταλαντούχους ἐν ταῖς σατίραις,
- ἦρθες, εἶδες, - καλῶς!... - φεύγα, ἐφ' ὅσον μίαν γεῦσιν πῆρες.
~ Ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν, κλείνω χρόνους ἑβδομήκοντα καὶ δύο! Νιώθω ντροπαλός, σὰν...μόλις χθὲς νὰ βγῆκ' ἀπ' τῆς μητρός μου τὸ αἰδοῖο. (...)
Ἰάνης Λὸ Σκόκκο.
14.3.2017


Εικόνα


Εικόνα

Μὲ τὸν θεῖο μου Μιχάλη Μωραΐτη, ὅταν τὸν πρωτογνώρισα.
Ἔτρεχε...πιὸ γρήγορα απὸ μένα ἀλλὰ αὐτό, τὸ σόι μας, τὄχει:
ὅλοι περπατᾶμε ἀγέρωχα, χορευτικὰ καὶ γρήγορα.
Καὶ ποῦ δὲν μὲ πῆγε γιὰ νὰ γνωρίσω τὴν Κέρκυρα.
Μέχρι καὶ τὴν ἀδελφή του, τὴν κατὰ λάθος πρώτη ἀγαπημένη
τοῦ πατέρα μου, τὴν Θοδώρα γνώρισα.
Πρὶν τῆς ποῦν ποιός εἶμαι,
" - Ἴδιος ἐκεῖνος!" ψέλλισε.
Ἔμεινε ἀνύπανδρη γιατί τὸν ἀγαποῦσε πᾶντα.

Άβαταρ μέλους
The Rebel
Δημοσιεύσεις: 4253
Εγγραφή: 31 Μαρ 2018, 18:18
Phorum.gr user: Wild Rebel

Re: Κλινοσοφιστεῖες καὶ ὄχι μόνον.

Μη αναγνωσμένη δημοσίευση από The Rebel » 16 Μαρ 2019, 19:27

Mar 13 2019
Κλειστόν, λόγω γεράματα...

Εικόνα

Εστιατόριον η "Ωραία Νεάπολις", ανάμεσα Στρέφη και Λυκαβηττό. Σερβίριζε γαρδουμπάκια, αρνάκι κοκκινιστό και ιστορίες από την παλιά Αθήνα.
Ίσα που το πρόλαβα, προτού καταχτηθεί η περιοχή από Αλβανοκογκολέζους λαθρέποικους.

Το δούλευαν 6 αδέλφια!
Ένας στο ταμείο, δύο στην κουζίνα και τρεις στο σερβίρισμα. Υπήρχε και μία εξαδέρφη, που έρχονταν τις Κυριακές μετά τη θεία λειτουργία, φορτωμένη αντίδωρα από τον ναό του Αγίου Νικολάου, στην οδό Ασκληπιού. Λιβάνιζε τον χώρο, ευλογούσε την ψησταριά και άγιαζε τις κατσαρόλες. Για να πηγαίνουν καλά οι δουλειές.

Η Ωραία Νεάπολις έχει κλείσει εδώ και χρόνια.
"Κλειστόν λόγω γεράματα", έγραφε μια πρόχειρη ταμπελίτσα, έξω από το μαγαζί.
Αλλά οι μυημένοι ξέραμε, ότι εκείνοι που την έγραψαν, δεν εννοούσε πως γέρασαν πια οι ιδιοκτήτες και το παράτησαν.
Γέρασε η λαθροκαταχτημένη Νεάπολις, όπως γέρασε και όλη η Ελλάδα.
Και δεν είναι πια ωραία...

Κρίμα δηλαδή τα αγιάσματα της εξαδέλφης.
Ούτε εκείνη, ούτε η Παναγιά είχαν προβλέψει πως ανάμεσα Λυκαβηττό και Στρέφη θα πλάκωνε η μισή αραπιά και τα 2/3 του Μπαγκλαντές.
Νόμιζαν ότι ο Αττικός ουρανός ανήκε στους Έλληνες, πάππου προς πάππον.
Γι αυτό και σήμερα, δυο-τρεις γηραιές κυρίες που ξέμειναν στα μισοερειπωμένα σπίτια τους στην οδό Τσιμισκή, όποτε ρίχνει λασπόβροχο λέγουν ότι [εξόν από την Παναγιά] ακόμα και η βροχή εγκατέλειψε την Αθήνα και στη θέση της ήρθε να εγκατασταθεί η αφρικάνικη βρώμα.

Κλειστόν, λόγω γεράματα. Όχι γεράματα των ανθρώπων. Γεράματα της βροχής. Που αντι να ξεπλένει, βρωμίζει...

Εικόνα

Τα μεσημέρια ερχόντουσαν στην "Ωραία Νεάπολη" να πάρουν φαγητό για το σπίτι, οι παλιές αριστοκρατικές κυρίες της συνοικίας Νεαπόλεως. Μια από τις πρώτες μεσοαστικές γειτονιές της Αθήνας, στις παρυφές των Εξαρχείων, προτού καταντήσουν τα Εξάρχεια, το βοθρόπλυμα κάθε κωλόπαιδου των βορείων προαστείων.

Τώρα μαθαίνω ότι οι ροζοκόκκινοι πολιτικοί συμμορίτες ετοιμάζονται να αποενοχοποιήσουν στην πράξη, τις μολότωφ. Για να μπορούν να παίζουν οι γιοι των βουτσοκουράκηδων, άνευ ουδεμίας επιπτώσεως.
Σου καίνε το αυτοκίνητο, σου καίνε το σπίτι, σου καίνε το μαγαζί και μετά στήνονται στο πεζοδρόμιο απέναντι και γελάνε.
Και καλά κάνουν.
Γιατί με τη δική σου ψήφο μπορούν και γελάνε...

Γυναίκες εμπόρων, κατά πλειοψηφίαν – κοσμοπολίτισσες και οι ίδιες. Κοκέτες, καπάτσες, σπάταλες, φιλήδονες, έως τον τελευταίο πόντο των τακουνιών τους.
Άλλες μεγαλωμένες στην Αλεξανδρεια, άλλες γεννημένες στη Σμύρνη, άλλες πάππου προς πάππου Αθηναίες και άλλες εξόριστες του φεγγαριού.
Όμορφες γυναίκες, πολυταξιδεμένες, παραχαϊδεμένες, περιποιημένες, που δεν είχε πιάσει ποτέ το χεράκι τους κατσαρόλα.

Η κυρία Μυρσίνη λόγου χάριν. Παλιά Αλεξανδρινή, αριστοκράτισσα ως το μεδούλι, Ελληνίδα ίσαμε τις φτέρνες, κουκλάρα από το φρεσκοχτενισμένο της μαλλί έως τα πετικιουρισμένα της ποδόνυχα.
Η οποία, όποτε είχε οικογενειακό τραπέζι, έπαιρνε το φαγητό σε κεσεδάκια από την Ωραία Νεάπολη και το άδειαζε σε δικές της κατσαρόλες, για να δείξει στην πεθερά, πόσο νοικοκυρά γυναίκα είχε πάρει ο γιος της.
Ο οποίος καταβρόχθιζε τα γαρδουμπάκια, σαν γαριδάκια.
Κι ενώ του το έλεγε η κυρία Μυρσίνη
- Πρόσεχε Αντώνη μου, την πίεση σου...
Στο τέλος ο Αντώνης έφυγε πανευτυχής, με 3 κιλά γαρδούμπες στο στομάχι και τις αναθυμιάσεις από ένα μπουκαλάκι κρητική βιλάντα, σέρτικη, στο αγύριστο κεφάλι του.
Και λοιπόν;
Γλίτωσε από του να προκάμει να ιδει την αγαπημένη του συνοικία Νεαπόλεως, θυγατρική των Τιράνων.

Κλειστόν λόγω γεράματα. Όχι όμως γεράματα των ανθρώπων. Γεράματα των προσδοκιών τους, της μνήμης τους, του κόσμου τους ολόκληρου.
Που χάθηκε μόλις μέσα σε μια δεκαετία, όσο δηλαδή χρειάζεται μια προβατίνα για να καταντήσει γαρδούμπα...

Εικόνα

Και μεταξύ μας, τώρα...
Δεν άξιζε και καλύτερη τύχη στην ωραία Νεάπολη. Όλες αυτές οι όμορφες κυρίες, από την Αλεξάνδρεια, από τη Σμύρνη, από την Αθήνα ή από τη Θεσσαλονίκη, που αρμένιζαν τα όνειρα τους ανάμεσα Λυκαβηττό και Στρέφη, όταν κυάλαραν τους πρώτους Αλβανούς, έτρεχαν ποια θα πρωτοαρπάξει κανέναν από δαύτους, για τους κήπους τους και για τα μερεμέτια τους [κυριολεκτικώς και μεταφορικώς].
Και τώρα κλαίγονται, που η βροχή έγινε λάσπη και οι γαρδουμπίτσες της "Ωραίας Νεαπόλεως" έγιναν ροβιθοκεφτέδες Σουδάν.

Κλειστόν λόγω γεράματα. Όχι γεράματα των ανθρώπων. Γεράματα των ονείρων...

Εικόνα

Στιγμιότυπο από τις οδομαχίες του συμμοριτοπολέμου στην Αθήνα
Τότε χάσανε
Πηρανε τη ρεβανς στις μερες μας.
Κλειστόν λόγω γεράματα. Γεραματα των τοτε νικητών...
https://panusis.blogspot.com/2019/03/blog-post_34.html

Άβαταρ μέλους
The Rebel
Δημοσιεύσεις: 4253
Εγγραφή: 31 Μαρ 2018, 18:18
Phorum.gr user: Wild Rebel

Re: Κλινοσοφιστεῖες καὶ ὄχι μόνον.

Μη αναγνωσμένη δημοσίευση από The Rebel » 19 Μαρ 2019, 17:46

Θρησκευτικὰ καὶ ἆλλα τερτίπια:

Εικόνα

*Ὄχι μόνον γιὰ τὰ ἀντρόγυνα (διαζευγμένος εἶμαι καὶ ξέρω μὲ τὸ παραπάνω) ἀλλὰ καὶ γιὰ τὰ πᾶντα δὲν βρίσκω νὰ ταιριάζουν ὁποιοιδήποτε ἑτερόδοξοι μὲ μουσουλμάνους. Τοὺς φέρνουν ἐδῶ γιὰ νὰ μᾶς σπάσουν τὸ ὅποιο οἰκονομικὸ αἴτημα μιᾶς καλλίτερης ζωῆς. Μᾶς ξύπνησαν νὰ ζητᾶμε πολλά, μᾶς παίρνουν τώρα τὸν ἀέρα, θέλοντάς μας νὰ ζητιανεύουμε γιὰ τὰ λίγα. Οἱ θρησκεῖες - δὲν πιστεύω σὲ καμιά, ἀλλὰ δέχομαι νὰ ὑπάρχει στὴν Ἑλλάδα ἡ Ὀρθοδοξία, ὡς πιὸ ταιριαχτή της ἀλλὰ καὶ νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ θρησκοληψίες ποὺ φθείρουν τῆν ζωή - εἶναι ἡ μαγιὰ ἀντιπαλότητας καὶ πολέμου.

Ὅλοι, άπὸ δῶ κι' ἀπὸ κεῖ, περιμένουν μιὰν δίκαιη Δεύτερη, μετὰ θάνατον ζωή, νὰ τὸ εὐχαριστηθοῦν. Ἐν ὀνόματι τοῦ ἐντελῶς ἀγνώστου θεοῦ ἀλληλοσκοτώνονται, γιὰ τὴν Πίστη τους σ' Αὐτόν, γιατί ἔτσι τοὺς καθοδηγοῦν νὰ μαϊμουδοσκέφτονται. Τώρα, μᾶς φέρανε καὶ ὑποδεχτήκαμε, μετὰ πλήρους χαρᾶς ὅτι κάνουμε ἔργον χριστιανικόν, αὐτοὺς μὲ τοὺς ὁποίους οὐσιαστικῶς δὲν ταιριάζουμε σὲ τίποτα.

Ἀπὸ τὴν μιὰ τοὺς σκοτώνουν, ἀπὸ τὴν ἄλλη τοὺς συμπονοῦμε. Καὶ ἀφοῦ εἴμαστε κορόιδα, μαζὺ μὲ τοὺς πολεμημένους, ἔρχονται καὶ πενταπλάσιοι ἆλλοι, πεπεισμένοι ἄνωθεν ὅτι πρέπει νὰ παίξουν τ[ον ρόλο τοῦ πολεμημένου, γιὰ νὰ πᾶνε στὴν γῆ τῆς ἐπαγγελίας, δηλαδὴ μιᾶς χρεωκοπημένης ἀπὸ τὶς ἀπάτες χώρας.

Ὁ πόνος τῆς προσφυγιᾶς εἶναι συγκινητικός. Τὸ νὰ ζοῦμε μὲ ὀλίγα, εἶναι δίδαγμα χριστιανικόν, διὰ τοὺς πολλοὺς καὶ χαζούς. Τὸ νὰ μπερδεύονται οἱ κοινωνικὲς ἀξίες π.χ. περὶ γάμου, εἶναι νὰ χάνεις τὸν μπούσουλά σου: οἱ μὲν γυναῖκες περπατοῦν καὶ τὄχουν στὸ πιάτο, οἱ δὲ φοροῦν μαντήλα κι' ἀλλοίμονό σου ἄν τὶς κοιτάξεις.

Ὅλοι οἱ ἆντρες εἶναι βεβιασμένως σοβαροὶ κι' ἀσήκωτοι, πλὴν ἐξαιρέσεων, ποὺ ἤ ρεζιλεύονται ἤ πηγαίνουν μὲ ἀλλόθρησκους ποὺ τάχα μου δὲν ξέρουν τίποτα καὶ ἀπαγχονίζουν τοὺς ρεζιλεμένους τους, ὁπότε δὲν κρατιόνται οἱ ἄνθρωποι, κάτι πρέπει νὰ κάνουν καὶ βρίσκουν τὸν παράδεισό τους στὴν Ὁμόνοια κι' ἀλλοῦ.

Πατρίδα θεωρεῖται ὅτι προκύψει μετὰ ἀπὸ σωματο-ἐμπορικὲς συναλλαγὲς μὲ τὴν ἐπωνυμία τῆς ἀλληλεγγύης. Θὰ μποροῦσε νὰ συνωψίσει κανεὶς ὅλα τὰ ἀνωτέρω ἔτσι: ὅσο πιὸ φθηνά, τόσο πιὸ καλά, γιὰ τοὺς λίγους ἔξυπνους ποὺ κυριαρχοῦν.

Θὰ καταλήξω ἄκρως φιλοσοφημένα: προτιμῶ τὴν πολιτικὴ τοῦ γάτου μου.
Ζῶ μαζύ σας - χατῆρι σᾶς κάνω - γιατί πιστεύω στὴν Ζωή, ποὺ εἶναι ὁ Θεός μου,
καὶ ξέρει, Ἐκείνη μόνη, πότε θὰ μὲ πάρει. Μὴν τολμήσετε κι' ἔρθετε στὴν Κηδεία μου, θὰ βρυκολακιάσω καὶ θὰ σᾶς δαγκώσω. Ὅλους.
Yanis Lo Scocco

Εικόνα
Εικόνα

Άβαταρ μέλους
The Rebel
Δημοσιεύσεις: 4253
Εγγραφή: 31 Μαρ 2018, 18:18
Phorum.gr user: Wild Rebel

Re: Κλινοσοφιστεῖες καὶ ὄχι μόνον.

Μη αναγνωσμένη δημοσίευση από The Rebel » 21 Μαρ 2019, 18:47

20/3/2019
1965. Εἶμαι στρατιώτης (δακτυλογράφος τοῦ ὑπασπιστοῦ) στὴν Θεσσαλονίκη.
Τετάρτες καὶ Κυριακὲς βγαίνω, τ' ἀπόγευμα, νὰ πάω σὲ κανένα θέατρο ἤ Σινεμά
ἤ καὶ νὰ δανεισθῶ κανένα βιβλίο ἀπὸ τὴν ΧΕΝ. Οἱ κινηματογράφοι, τότε,
παίζανε δύο ταινίες, μία ἑλληνικὴ καὶ μία ξένη.

Ἐννοεῖται πὼς πήγαινα γιὰ τὸν ρωσικὸ <Ἅμλετ> μὲ τὸν Ἰνοκέντι Σμοκτουνόφσκυ - ὁ καλλίτερος ποὺ ἔχω δεῖ ὥς τώρα. Καὶ ἡ Ὀφηλία, ἆλλο ἀριστούργημα ἠθοποιΐας:
Ἀναστάζια Βερτίνσκαγια. Ἀλλὰ καὶ ποιός ρόλος δὲν παιζόταν τέλεια;
Γιὰ δεῖτε καὶ σεῖς τὴν ταινία - μὲ ἑλληνικοὺς ὑποτίτλους. Ἀξίζει χίλιες φορές.

Ὥστόσο, ὅταν μπῆκα, ἔπαιζε μιὰν ἑλληνικὴ ταινία - μέχρι προλίγου δὲν ἤξερα κἄν ποιά ἦταν. Οὔτε ἔμεινα, μετὰ τὸν <Ἅμλετ>, νὰ δῶ τὴν ἀρχή της.
Πολλὲς φορὲς ὅμως προσπάθησα νὰ θυμηθῶ ποιά μπορεῖ νὰ ἦταν, γιατί, ὅταν κάθισα, σὲ λίγο εἶχα μιὰ ξαφνιαστικὴ μεγάλη ἔκπληξη. Μιὰ λαϊκὴ τραγουδίστρια ποὺ μὲ μάγεψε. Προηγήθηκε ἡ ἀνακοίνωση τοῦ ὀνόματός της, ποὺ δὲν τοὔδωσα σημασία:
< - Ὤχ!... Κι' ἆλλο μπουζοῦκι, συμφορά μου>, εἶπα.
Ἦταν ἡ Βίκυ Μοσχολιοῦ - δὲν τὴν ἤξερα.



Τελευταῖα, λοιπόν, βλέπω σχεδὸν κάθε μεσημέρι μιὰ ἑλληνικὴ ταινία, στὴν ΕΡΤ2. Ἔτσι, μιᾶς καὶ εἶναι τζάμπα καὶ τὰ βράδυα κοιμᾶμαι νωρίς. Νὰ βλέπω καὶ τὶ...ἀπέφευγα νὰ δῶ στὰ νειᾶτα μου! Εἶναι γεγονὸς ὅτι μὲ τὶς ἑλληνικὲς ταινίες δύσκολα συμβιβαζόμουν.

Ἦταν λοιπὸν τὸ <Θύελλα σὲ παιδικὴ καρδιά>, μὲ τὸν Βασιλάκη Καΐλα, συμπαθέστατο. Συμβατικὸ σενάριο, μὲ κάποια ἀδικαιολόγητα περιστατικά, καλοὺς ἠθοποιούς. Μπορῶ νὰ πῶ μοῦ ἄρεσε ἡ Ἄντζελα Ζήλια, ποὺ δὲν "ἔπαιζε", ἁπλῶς τὸ ζοῦσε. Ἡ Ἀθηνᾶ Μιχαηλίδου ἀνάγλυφη, ὁ Ἑρρίκος Μπριόλας ὄμορφος, ὁ Πυθαγόρας Παπασταματίου καλός. Ἔμαθα ποιός ἦταν κι' ὁ σκηνοθέτης, φυσικά. Ἑλληνικὴ ταινία. Ἁπλῶς, ἱκανοποιήθηκε ἡ ἀπορία μου καὶ στὸ μεταξὺ ξέρω πὼς ἡ Βίκυ Μοσχολιοῦ ἔχει πεῖ καὶ ὡραιότερα τραγούδια.


Yanis Lo Scocco

Άβαταρ μέλους
The Rebel
Δημοσιεύσεις: 4253
Εγγραφή: 31 Μαρ 2018, 18:18
Phorum.gr user: Wild Rebel

Re: Κλινοσοφιστεῖες καὶ ὄχι μόνον.

Μη αναγνωσμένη δημοσίευση από The Rebel » 23 Μαρ 2019, 19:56

Feb 12 2019
Οι δίδυμες.

Εικόνα

Η μανα τους δεν τους αποκαλυψε ποτέ, ποια απο τις δυο γεννηθηκε πρωτη.
Κακως, όμως...
Διοτι ετσι τουλαχιστον θα μπορουσανε καπως να τις ξεχωριζουν, αφου στην όψη ησαν ολόιδιες.
Η Αλέξια ας πούμε θα μπορούσε να είναι η "μεγάλη", ενώ η Λυδία η "μικρή". Αλλά ούτε αυτή την ελάχιστη ευκαιρία να ξεχωρίζουν, δεν έστερξαν να τους δώσουν οι γονείς τους.
Κι έτσι γυρνοβολουσαν με τη ρετσινιά: "οι δίδυμες". Λες και δεν ήσαν δύο ξεχωριστά πλάσματα...

Παντως, αν δεν φρόντισαν κάπως να τις μάθουν από μικρές, να πατάει η κάθε μια στη δική της προσωπικότητα και στα δικά της πόδια, φρόντισαν μια χαρά να "πάρει" ο καθένας τη δικιά του.
Την Αλεξια παραδείγματος χάριν, την οικειοποιηθηκε ο Πατερας.
- Εσύ θα κάνεις ότι σου λέω εγώ. Την άλλη, άστην να φτιάξει κόμμα με τη μάνα της, για να την κάνει σαν τα μούτρα της...

Η μανα τους, όπως πάντα, δεν έφερε καμία αντίρρηση στον άντρα της.
- Την Αλέξια εσύ; Τη Λυδία εγώ!
Και πήρε τη φωτογραφικη της μηχανη, να βγει στους κήπους, να φωτογραφισει λουλουδια.
Αυτο εκαμε παντα για να της περασουν τα νευρα.
Ωστόσο, έπεσε απάνω στη μικρή Λυδία, που δεν ήταν μοναχά κόρη της. Ηταν και η μοναδική της φίλη. Και της πιπίλιζε το μυαλό, κάθε φορά που τσακώνονταν με τον άντρα της. Όσα δεν θα τόλμαγε ποτέ να του πει κατάμουτρα, τα άκουγε η Λυδία.
- Τον μισω...Καταλαβαινεις? Τον σιχαινομαι. Κι΄αν δεν καταλαβαινεις, το ιδιο μου κανει... Εσυ θα τα ακους, γιατι εσυ εισαι η δικη μου... Την Αλεξια προλαβε και την πηρε αυτος...

Η Αλεξια πηρε το ονομα της γιαγιας της - εννοειται από την πλευρά του Πατερα - ενω τη Λυδια τη βαφτισε η δικη της μανα, κατα βουλησιν. Και για να μην γινουν ρεζιλι στο σοϊ, επειδη το ονομα Λυδια δεν ηταν Χριστιανικο, συμφωνησαν να γινει η τελετη σε διαφορετικη μερα, σε αλλη εκκλησια, οπου δεν παραβρεθηκε κανενας - ουτε καν ο παππους και η γιαγια, απο τη μερια του Πατερα, εννοειται.
- Τους εχω χεσμενους, δηλωσε η μανα της και μετα ξαναβγηκε να φωτογραφισει υακινθους.

Η Αλεξια συνεπως, φορτωθηκε εξαρχης ολα τα βαρη της οικογενειακης παραδοσης.
Ηταν αυτη που οφειλε να φερνει τους καλους βαθμους, να φοραει τα σεμνα ρουχα και να συνοδευει τον Πατερα σε ολες τις επισκεψεις στο συγγενολοϊ - ενω τη Λυδια την ειχανε παρατησει στην ησυχια της
- Αυτη θα γινει πουτανα σαν τη μανα της...
Ωστοσο, η δυστυχη η Αλεξια, επεστρεφε ενιοτε συγχυσμενη και μετα επεφτε στην αγκαλια της αδερφης της
- Δεν τους αντεχω αλλο, ρε γαμωτο...

Μια δυο φορες, βεβαια, τα ειχανε καταφερει να ξεγελασουν τον Πατερα και να παει η μια στη θεση της αλλης.
Γιατι η Λυδια μπορούσε να νιώθει πότε η Αλεξια έφτανε στα ορια της και δεν αντεχε πραγματικα αλλο.
- Δεν εισαι μονη σου, της ειχε πει. Εχεις εμενα...και θα εχεις παντα εμενα...

Καποτε ομως ο Πατερας το καταλαβε οτι τον ξεγελουσαν και επαιρνε η μια τη θεση της αλλης.
Και για να μην το ξαναπαθει, επιασε την Λυδια και την πηγε να της βαψουν τα μαλλια της ξανθα, για να μπορουν να τις ξεχωρισουν.
Η Λυδια η μελαχροινη, η Αλεξια η ξανθεια.
Η Λυδια η Σκανταλιάρα, η Αλεξια η Σοβαρη
Η Λυδία το λάθος, η Αλέξια το σωστό.
Λογω διαφορετικου χρωματος στο μαλλι, βεβαιως-βεβαιως...
Πάντα από την πλευρά του Πατέρα, εννοείται. Η μάνα τους περιορίζονταν στο να φωτογραφίζει λουλούδια...

Οταν η Αλεξια παντρευτηκε τον Αργυρη, εφυγε να παει να ζησει μαζι με τον αντρα της και τη μανα του αντρα της, καπου στην ελληνικη επαρχια, οπου ο Αργυρης ειχε καλη δουλεια, πολλες γνωριμιες και μια σεβαστη περιουσια.
Αλλα ο Αργυρης ητανε καλο παιδι. Οχι σαν εκεινα τα μουτρα με τα οποια εμπλεκε η Λυδια.
Και οπως ολοι ξερουμε, η φρικαλεοτητα της ελληνικης επαρχιας οφειλεται ακριβως στα καλα παιδια και στις μανες των καλων παιδιων. Διοτι, αν τα παιδια δεν ειναι καλα, δραπετευουν απο την ελληνικη επαρχια και βρισκουν ασυλο στις μεγαλες πολεις.
Οι ξενοι ομως, σαν την Αλεξια, δεν εχουν καν την πολυτελεια της αποδρασης - γιατι απο που ηρθαν και που να γυρισουν;
Οποτε η δυστυχη η Αλεξια εγκλωβιστηκε για παντα στη μανα του Αργυρη, στην καλη του δουλεια και στα κτηματα του.
Μια ζωή ασφαλή και άνετη, χωρίς πολλά σκαμπανεβάσματα, χωρίς εκπλήξεις, χωρίς ελπίδα και χωρίς νόημα...
Ασε που σύντομα, η Αλεξια γεννησε τα πρωτο της παιδι και αργοτερα ενα δευτερο και ετσι αιχμαλωτιστηκε δια παντός και ισοβιως...
Στην ελληνικη επαρχια.
Η οποία κάθε χρόνο που περνούσε γίνονταν όλο και πιο αβάσταχτη, εξαιτίας των φυλετικών επιμειξιών, με αλβανίδες, βουλγάρες, πακιστανούς και μαροκινούς. Αν είχε δηλαδή και πέντε καλά η παλιά ελληνική επαρχία, τα είχε χάσει, σ΄αυτή την εφιαλτική πορεία της αντικατάστασης των λαών και της δημιουργίας μιας μπάσταρδης γενιάς, χωρίς ηθικούς κωδικες, χωρίς παρελθόν και χωρίς μέλλον.

Για τη Λυδια αντιθετως δεν ειχε τεθει ποτε ζητημα γαμου
- Και ποιος θα βρεθει να την παρει ετουτη; Μαύρο θα το βάψει το βρακί του! Φτυστή η μάνα της. Ανοικοκύρευτη και πουτάνα...
Ευτυχως προλαβε και έφυγε νωρις απο το σπιτι, γλιτώνοντας από την προεκπληρούμενη προφητεία, ότι θα καταντήσει σαν τη μάνα της.
Να φωτογραφίζει λουλούδια...

Η Λυδία αντιθέτως, ψάχτηκε πολύ. Ταξίδεψε, αναζητησε, χάθηκε και ξαναβρέθηκε.
Και, αφου γυρισε-γυρισε-γυρισε και ειδε ανθρωπους πολλους και γεμισε ηδονες και σφαλματα, οργανωσε μια διαφημιστικη εταιρεια και εβγαζε το μεροκαματακι της, χωρις να εχει αναγκη κανενα.
-Τι να πει κανεις; Σιγα μην ειχε μυαλο αυτη να φτιαξει οικογενεια... Μόνο λεφτά ήταν ικανή να κάμει..
Και ετσι περναγαν τα χρονια...

Καποτε ομως η Λυδια ξυπνησε με ενα περιεργο βαρος να την πλακωνει στη καρδια - σχεδον δεν μπορουσε να παρει ανασες. Ηξερε ομως πολυ καλα τι ειχε συμβει.
- Η αδελφη μου, ψιθυρισε. Η αδερφη μου, με εχει αναγκη!
Και μετα σκουντηξε τον συντροφο της, που κοιμόταν αμέριμνος πλάι της. Έναν Αθηναίο γραφίστα, με παιδιαστικο χαμογελο και οξύτατον νου. Τον Ρωμανό Καλογήρου.
- Ξυπνα, του ειπε. Και κανονισε να αναλαβεις για λιγο καιρο τη δουλεια, γιατι εγω πρεπει να φυγω...
Ο Γιοχαν ανοιξε διαπλατα τα χερια του, σαν μεγαλα φτερα, έτοιμα να την προστατεύσουν.
- Θα μου λειψεις...Αλλα, θα σε περιμενω...Καλο σου ταξιδι...

Εικόνα

Ειχε να τη δει χρονια την Αλεξια. Ηξερε βεβαιως το που ζουσε, το πως ζουσε και το οτι δεν ζουσε.
Αντ΄αυτης, ζουσαν τα δυο της παιδια, ο αντρας της και η μανα του αντρα της. Ωστοσο δεν το φανταζονταν το πως θα την εβλεπε τωρα, γιατι εδω ειχε μπροστα της μια αλλη Αλεξια.
Τρομακτικη Αλεξια.
Ητανε σαν να της ειχανε στεγνωσει ολους της τους χυμους - "Με ηπιανε" ψιθυρισε και επεσε να κλαψει στην αγκαλια της Λυδιας.
Ισως να εμειναν οι δυο τους αγκαλιασμενες επι ωρες. Μαλιστα κλειδωσαν και την πορτουλα στο περιπτερο του κηπου, οπου η Αλεξια φυλαγε τις φωτογραφικες της μηχανες και τα κηπευτικα της εργαλεια - γιατι εκεινο το παραπηγμα, με την ελενιτ στεγη, ηταν το μοναδικο σημειο, οπου η Αλεξια μπορουσε να καταφυγει πλεον, χωρις να την κυνηγουν οι φωνες των παιδιων της, της μανας του Αργυρη και των συγγενων του Αργυρη. Και οποτε ξεκλεβε χρονο απο τα παιδια και τα μαθηματα των παιδιων και τα φαγητά των παιδιων, ετρεχε στο περιπτερο του κηπου, αρπαζε τη φωτογραφικη μηχανη και φωτογραφιζε λουλούδια...
Σαν τη μάνα της.

Ασε που τα παιδια ειχανε γινει φτυστα σαν τον Αργυρη.
- Εγώ, είναι σαν να μην υπαρχω εδω μεσα, ρε πουστη μου...
Και εκλαιγε επι ωρες στην αγκαλια της αδερφής της.

Αλλα η Λυδια δεν ήταν τύπος που θα το έριχνε στους θρήνους
- Φτανει το κλάμα! Μουγκρισε.
Και βοηθησε την Αλέξια, να σταθει στα ποδια της.
- Παμε
- Που να παμε;
- Ν΄αγορασουμε γοβες, οπως παλια

Ήταν μια απο τις πιο αγαπημενες τους αναμνησεις - οταν ακομα η Λυδια δεν ειχε βγει για τα μεγαλα ταξιδια της και η Αλεξια δεν ειχε παντρευτει τον Αργυρη.
Μπαινανε στα παπουτσαδικα και δοκιμαζανε τα γοβακια, η μια στο ποδι της αλλης...
Και μετα, αγορασανε κατι κοκκινες - κατακοκκιινες γοβες και κατσανε και τα ηπιανε και κατοπιν πηγανε σε ενα κομμωτηριο και βαψανε τα μαλλια τους ολόιδια και μετα τα ξαναηπιανε και η Λυδια, επιασε και τονισε τις βλεφαριδες της αλληνης και γελουσανε με τους αντρες που τις επαιρναν ματι αλλα αναρωτιοντουσαν κι ολας - μπας και τα εβλεπαν διπλά απο το μεθυσι...
Και γυρισε λιγο το κοκκινο χρωμα στα μαγουλα της Αλεξιας...

Δεν περασανε δυο μερες, που ειχε ερθει η Λυδια στο σπιτι του Αργυρη και αρχισε η γκρινια. Η μανα του Αργυρη πηρε τον γιο της παραμασχαλα και του πιπιλουσε το μυαλο
- Να κανονισεις να φυγει αμεσως αυτη η τσουλα απο το σπιτι σου, αλλιως θα τη χασεις τη γυναικα σου. Ηδη μας εχει καμει ρεζιλι στη γειτονια...
Ο Αργυρης τωρα τι να πει?
- Αδερφη της ειναι, ρε μανα
- Ο κακος της ο δαιμονας ειναι, παιδι μου...
Το ποτηρι ξεχειλισε ενα μεσημερι, οπου η Αλέξια ειχε μαγειρεψει χοιρινο με σελινο, να φαει ο αντρας της κι αυτος ξινιζε τα μουτρα του.
- Τι εγινε? Δεν σ΄αρεσει?
- Στο εχω πει χιλιες φορες, να φτιαχνεις το αυγολεμονο, οπως το φτιαχνει η μανα μου

Τοτε λοιπον σηκωνεται η Λυδια, παιρνει την πιατελα το χοιρινο και του την φερνει κατακεφαλα. Δηλαδη, τον καπελωσε κανονικα - αφου εσταζαν τα σελινα απο το μουστακι του.
Και δεν ειχανε προλαβει να φανε και τα παιδια....

Το βραδυ ο Αργυρης, γυριζοντας απο τη μανα του, εκαμε εξηγηση στη γυναικα του
- Αμα τη βρω εδω, αυριο το μεσημερι, θα σου κοψω τα ποδια..."
- Για ποιαν μιλας?
- Για την αδερφη σου
- Μα αυτη, εφυγε κι ολας...
Και η γυναικα του Αργυρη εσκασε στα γελια.

Και μετα, εριξε μια κλωτσια στο οικογενειακο σκρινιο, οπου φιγουραριζε η φωτογραφια της μανας του Αργυρη και την τσακισε χαμου - χιλια κομματια.
Με την ψηλοτακουνη γοβα.
- Σιγα, μην καθοτανε εδω η αδερφη μου, με σενα τον μαλακα...
Ο Αργυρης κρατηθηκε, ο ανθρωπος, να μην καταρρευσει. Ειχε και ανατροφη απο το σπιτι του, δεν ητανε σαν αυτα τα ρεμαλια που σηκωνουνε χερι σε μια γυναικα - ητανε και τα παιδια εκει γυρω...
- Δεν σε αναγνωριζω, ψελισε.
- Γιατι, μωρο μου? Δεν γουσταρεις να εχεις στο σπιτι σου μιαν αλλη;
Κι΄υστερα του εδειξε τον καναπε, οπου ειχε στρωσει προχειρα δυο τρεις κουβερτες
- Εκει θα κοιμηθεις εσυ...
Κι αφου πεταξε απο τα ποδια της τις κοκκινες γοβες, μπηκε να καμει ενα ζεστο μπανιο
- Και μεχρι να ξαναρθει η αδερφη μου, του φωναξε απο το λουτρο, να μην σε βλεπω να τριγυρνας στα ποδια μου...
Κι αντε τωρα να καταλαβεις για ποιαν απο τις δυο μιλουσε...

Εικόνα
https://panusis.blogspot.com/2019/02/blog-post_74.html

Άβαταρ μέλους
The Rebel
Δημοσιεύσεις: 4253
Εγγραφή: 31 Μαρ 2018, 18:18
Phorum.gr user: Wild Rebel

Re: Κλινοσοφιστεῖες καὶ ὄχι μόνον.

Μη αναγνωσμένη δημοσίευση από The Rebel » 27 Μαρ 2019, 19:23

March 25 2019

Εικόνα

Στὰ σχολεῖα, κατὰ τοὺς ἑορτασμοὺς τῶν Ἐθνικῶν ἐπετείων (ὄχι τῶν Τούρκων καὶ τῶν Σκοπιανῶν ἀλλὰ)
τῶν Ἑλλήνων,
ὅλα τὰ Ἑλληνόπουλα (ὅσο ὑπάρχουν ἀκόμα),
οἱ μαθητές,
πρέπει νὰ συμμετέχουν σὲ χορούς, παραστάσεις, χορωδίες, παρελάσεις, ἀνεξαρτήτως ἱκανοτήτων.
Μόνον ὁ σημαιοφόρος θὰ ἤθελα νὰ ἔχει ὑπέρλαμπρο παράστημα.

--------------------

Ἔλα, μωρέ, νὰ τὸ πῶ!... Νὰ τὸ πῶ; Ἄς τὸ πῶ! * Τεσσάρω χρονῶ ἀνακάλυψα - ἀπὸ μόνος μου τελείως - τὸ θέατρο. Τὸ <θεατρίνος> μοῦ τὸ κολλήσανε καὶ γιὰ καλὸ καὶ γιὰ κακό - ἔχω φάει ξύλο, τετραπλὴ δόση κάθε φορά, νὰ μὴν μιλάω γιὰ θέατρο.

* Ὥσπου, φθάνοντας στὴν Δ΄ τάξη, τοῦ 99ου Δημοτικοῦ Σχολείου Ἀθηνῶν, ἡ δασκάλα μας, ἡ κα Μάχη, μᾶς ἀνέθεσε νὰ παίξουμε ἕνα σκετσάκι γιὰ τὴν 25η Μαρτίου. Λαχτάρισα, νὰ μὲ βάλει στὴν διανομή. Καί, ὄντως, κάποια στιγμὴ εἶπε ἡ δασκάλα μας: " - Τὸν...[δὲν θυμᾶμαι ποιόν] θὰ τὸν κάνει ὁ Λὸ Σκόκκο". Δὲν πρόλαβα νὰ τ' ἀκούσω καὶ ἡ ἴδια ἄλλαξε γνώμη. " - Ὄχι, ὄχι... Ἐσύ!..". Καὶ ἔδειξε ἕναν συμμαθητή μας. Ἦταν σὰν νὰ μὲ σκότωσε. Δὲν ξέρω τί ἔκανα, τὸ εἶδε ὅμως ἡ δασκάλα μας, πὼς ἤμουν ἕτοιμος...καὶ ν' αὐτοκτονήσω (δὲν τ' ἀποκλείω) καὶ ἐπανῆλθε: " - Ὄχι, ἐντάξει. Ὁ Λὸ Σκόκκο!...". Μὴ σᾶς πῶ ὅτι ἔνιωσα σὰν νὰ πῆρα...τὸ Α΄ Βραβεῖο Διανεμημένου Ρόλου!

* * * * *

Φτάσαμε στὴν ἡμέρα τῆς γιορτῆς. Ὅλοι οἱ γονεῖς εἶχαν ἔρθει νὰ μᾶς καμαρώσουν. [Τώρα ποὺ τὸ σκέφτομαι, δὲν θυμᾶμαι τὴν μάννα μου νὰ ἦταν ἐκεῖ. Οὔτε στὴν Δραματικὴ Σχολή, 1976, ἦρθε: " - Δὲν σοῦ εἶπα ἐγὼ ποτὲ νὰ πᾶς νὰ γίνεις θεατρίνος!...".

Ἀργότερα, ὅμως, δὲν ξεκολλοῦσε ἀπὸ πάνω μου. Μέχρι καὶ σ' ὅλες τὶς περιοδεῖες, Μακεδονία, Θράκη, κρύο, χιόνια, βροχή, ΔΕΝ ἔχανε παράσταση. Οὔτε μία!] Ἦρθε ἡ στιγμὴ νὰ παίξω κι' ἐγὼ τὸν ἥρωά μου, τοῦ '21. Ἀλλά, σίγουρα, θὰ ντρεπόμουν μὲ τὸ παραπάνω, γιατί, μὲ τὸ...ποὺ μίλησα, κάποιος ἀπ' τοὺς γονεῖς φώναξε: " - Πιὸ δυνατά, δὲν σ' ἀκοῦμε!...>. Ἔβαλα δύναμη. " - Πιὸ δυνατά, παιδάκι μου. Δὲν ἔφαγες τίποτα τὸ πρωί;..." Αὐτὸ ἀκούστηκε ἀρκετὲς φορὲς κι' ἐγὼ ἔλεγα, ξανὰ καὶ ξανά, τὰ ἴδια λόγια, πιὸ δυνατά, ἀλλὰ μέσ' ἀπ' τὰ δόντια μου! Δὲν ἔφευγα ὅμως. Πεῖσμα νὰ δεῖς!
Ὥσπου βρέθηκε Λύση!!!!!!!! -----------------> Ἡ δασκάλα μας, σκυμμένη καὶ κρυμμένη πίσω ἀπὸ τὴν πλάτη μου, ἔλεγε τὰ λόγια μου δυνατά, ἀντὶ γιὰ μένα, ἐγὼ πάντως... ἔπαιζα, καὶ τὸ ἔργο προχώρησε! Στὸ τέλος, πῆρα χειροκροτήματα κι' ἐγώ.

* * * * *

Τώρα ποὺ τὸ σκέφτομαι, δὲν τ' ἀποκλείω νὰ ἦταν στὸ ὑποσυνείδητό μου, ὅταν 1973 - 6, δουλεύοντας στὴν Αἴρ Φράνς, γράφτηκα στὴν Δραματικὴ Σχολή, ἀριστοῦχος, καὶ ὑποχρεωμένος νὰ πηγαίνω σὲ ὅλα τὰ ἀεροπλάνα, νὰ παρακολουθῶ ἀφίξεις καὶ ἀναχωρήσεις ἐμπορευμάτων καὶ ἔχοντας 15΄ ἐνδιάμεσο κενό, πήγαινα ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ τοῦ ἀεροσκάφους, καὶ ἔκανα ὀρθοφωνία, φανταζόμενος ὅτι παίζω θέατρο, ἄς ποῦμε σ' ἕνα γήπεδο, ποὺ ἦταν πλάι σ' ἀεροδρόμιο, καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ παίζω εἴτε τραγωδία εἴτε δράμα δωματίου, μὲ χαλημὲς νότες, ψιθυριστὰ ἤ μὲ κραυγές, καὶ νὰ μ' ἀκοῦν ὅλοι οἱ θεατές, μηδενὸς ἐξαιρουμένου - καὶ τοῦ κλινικῶς κουφοῦ - ἀπὸ τὸν πιὸ κοντινὸ ὥς τὸν πιὸ ἀπομεμακρυσμένο καὶ νὰ καταλαβαίνουν λέξη πρὸς λέξη, συλλαβὴ πρὸς συλλαβή, φωνήεντα, σύμφωνα, παύσεις, συναισθήματα...

* * * * *

Σήμερα, λοιπόν, μπορεῖ νὰ μιλάω στὸν Ἐθνικὸ Κῆπο ἀλλά, ἅμα θέλω, ἀκούγομαι, φυσικά, χωρὶς ἀλλοίωση, στὴν...Ἀκρόπολη - μὴν πῶ καὶ στὸ...Φάληρο!
Yanis Lo Scocco

March 27 2019

Εικόνα

Δήλωση "ΣΟΚ" για τον «ΚΑΤΑΛΗΨΙΑ» πρωθυπουργό:
«Περνούσε τις τάξεις ΧΩΡΙΣ να πατάει στα μαθήματα»…

~
* Αὐτὸς τὶς περνοῦσε ἤ οἱ καθηγητές του τὸν περνοῦσαν; Καὶ...γιατί; *
Εἶχα κι' ἐγὼ ἕναν συμμαθητή, στὸ ἆλλο τμῆμα, ποὺ ἦταν ὁ <ἀριστοῦχος>.
Μάλιστα, ὅλοι λέγανε πὼς ἤ ἐγὼ ἤ αὐτός, μᾶλλον αὐτός, ἦταν ἀνώτερος στὴν Ἔκθεση. Εἶχε γκόμενα καὶ τὴν φιλόλογό του καὶ παρίστανε τὸν γκόμενο γενικῶς.
Ἀντιθέτως, γκομενιλήκια δὲν ἔκανα ποτὲ ἐγώ, μέχρι τώρα ποὺ γράφω αὐτά,
οὔτε στὴν φαντασία μου. Κάποτε, ἤθελε νὰ μοῦ πουλήσει καὶ ἐξυπνάδα,
νὰ...ἐλέγξει μιὰν ἐργασία μου. Τὸ ἔθεσα ὅρο στὴν ἐπιτροπή:
<ἄν εἶναι νὰ πιάσει στὰ χέρια του τὴν ἐργασία μου, τὴν ἀποσύρω>.
* Ὁ ἐν λόγῳ συνεχίζει τὸ ἴδιο βιολί.

Εικόνα

Άβαταρ μέλους
The Rebel
Δημοσιεύσεις: 4253
Εγγραφή: 31 Μαρ 2018, 18:18
Phorum.gr user: Wild Rebel

Re: Κλινοσοφιστεῖες καὶ ὄχι μόνον.

Μη αναγνωσμένη δημοσίευση από The Rebel » 09 Απρ 2019, 21:34

Mar 23 2019
Προδοσία στον [προδομένο] Βαρδάρη.

Εικόνα

Αχνιστος πατσας
Η σχεση μου με τον πατσα είναι σχεση παθους/μισους. Απ’ τη μια, τρελαινομαι να βλεπω να τον απολαμβανουν, ιδιως τις παγωμενες νυχτες που οι τζαμαριες των πατσατζιδκων θυμιζουν σφουμαρισμενους καμβαδες αλλα ετσι και μου μυρισει ο πατσάς, με πιανει αναγουλα.
Μια δυο φορες που εχω πει – «τερμα, ως εδώ! Σημερα θα το καμω», μπηκα μεν στο πατσατζιδικο αλλα καταληξα να παραγγειλω μακαροναδα.
Ειμαι ένας θλιβερος μπανιστηρτζης του ψιλοκομενου.

Θεσσαλονικη η ωρα τρεις, μ’ ένα βαρδαρη να λιμαρει τα κοκαλα, ειχα βρεθει απεξω από τον Μεγαλεξαντρο και επαιρνα ματι τους από μεσα, να ρουφανε τον πατσα σαν να ηταν η θεια κοινωνια.
Δεν γινεται, λεω – θα κλεισω τη μυτη μου και θα το φαω! Τι διαολο? Όλα αυτά τα ευτυχισμενα προσωπα εκει μεσα, κατι θα ξερουν…
Μπαινω, κατευθυνομαι στην κουζίνα και παραγγελνω ευθυς αμεσως, προτου να με πιασει στο ρουθουνι η μποχα – Ένα ψιλο!
Ναι μεν, αλλα…

Διοτι βρεθηκα μ ένα πιατο εκλεκτο ψιλοκομενο στο τραπεζι και τα αντερα μου να συστρεφονται σαν να ησανε γαρδουμπες. Αδυνατον να το καταπιω. Ασε που μου βρωμαγε και το σκορδοστουμπι.
Αποτελεσμα;
Εγω κοιταγα τον πατσα και οι γυρω μου κοιταγαν εμενα.
Και κρυφογελουσαν…

Στο διπλανο μου ακριβως τραπεζι, η Δωρα.
Η οποια Δωρα ειχε μπλαστρωσει τον πατσα της στο σκορδοστουμπι κι από πανω τον πασπαλιζε με το καυτερο.
Παρακολουθουσα τις αργες, τελετουργικες κινησεις της,που θύμιζαν αρχαία ιέρεια.
Οι Θεσσαλονικές εχουν μια ιδιαζουσα χαρη στα δαχτυλα. Ξερουν πώς να αγγιξουν, πώς να πονεσουν και πώς να γιατρεψουν. Παραδοση που ορισμενως, συνεχιζεται μεχρι σημερα και που ευτυχώς, δεν παραδόθηκε στους αλβανόσλαβους με τη συμφωνία των Πρεσπών.
Βλέπεις ο πάσα ένας προδότης μπορεί να χαρίσει γη, πλούτο, ιστορία, όνομα, πολιτισμό κι ότι άλλο θέλεις από μια χώρα - όχι όμως την ψυχή της.
Γιατί κανένας προδότης δεν πιστεύει ότι αυτή η συλλογική ψυχή υπάρχει στ' αλήθεια.
Κι αυτή η ψυχή έρχεται η ώρα που τους τα φέρνει ανάποδα...

Επαιρνα ματι λοιπον τη Δωρα και απολαμβανα τουλαχιστον τη δικη της απολαυση. Γιατι απ’ το δικο μου το πιατο, αδυνατον να δοκιμασω.
Φαινεται όμως ότι το υφος μου ηταν ακρως προδοτικο και περιλυπον. Με πηρε ειδηση όπως την κοιτουσα και μπηκε αμεσως στο νοημα.
- Βαλε λιγο σκορδοστουμπι και κλεισε τη μυτη σου
- Το κακο είναι ότι με ενοχλει και το σκορδο…
- Αθηναιος εισαι;
- Εντελως…
- Τοτε δωσε πισω τον πατσα και παρηγγειλε μια μακαροναδα…
Εκαμε νοημα μαλιστα στον σερβιτορο, που φαινονταν να την γνωριζει καλα - σκασμενη στα γελια
Μου αλλαξαν κατευθειαν το πιατο, γελωντας επισης.

Η ευωδια της μακαροναδας συνεφερε καπως το στομαχι μου.
- Δεν θα τα καταφερω ποτε μου!
- Είναι αληθεια ότι χανεις μια μεγαλη απολαυση
Ανασηκωσα τους ωμους, ελαφρως απογοητευμενος. Δεν βαριεσαι, μουρμουρισα. Καποια πραγματα θα τα αφηνεις παντα στους αλλους…

Εικόνα

Ο πατσας ερχεται συνηθως στο τελος. Υποτιθεται ότι διορθωνει το στομαχι μετα από υπερκαταναλωση αλκοολ. Η αληθεια όμως ηταν πως ουτε εγω, ουτε η Δωρα ειχαμε βαλει γουλιά στο στομα μας, εκεινη τη νυχτα.
Εγω ειχα βγει από το ξενοδοχειο επειδη βαριομουν θανασιμα και η Δωρα ειχε βγει απλως από τη ζωη της.
Μου εκμυστηρευθηκε ότι ο αντρας της θα ελειπε ολο το σαββατοκυριακο για κυνηγι κι αυτή δεν γουσταρε να καθεται στο σπιτι. Το χε κανονισει μου ειπε να πανε θεατρο με μια κολλητη της αλλα μετα την παρασταση η άλλη επρεπε να γυρισει πισω κι ετσι το πηρε αποφαση να ερθει μοναχη της στο πατσατζιδικο.
- Τωρα όμως τον εφαγες τον πατσα
- Ναι, ρε γαμωτο…
- Ξερεις κανα περιεργο μαγαζι να πιουμε τιποτα;
- Οσα θελεις…

Κατευθυνθηκαμε προς την λεγομενη καμαρα αλλα το μπαρ που της αρεσε εκει, ειχε κλεισει και αναγκαστικα βγηκαμε στην παραλιακη λεωφορο. Βρηκαμε ανοιχτη μια καντινα που σερβιρε βρωμικα και καυτο καφε σε πλαστικα κυπελακια.
Αγορασαμε καφε και μπισκοτα Μιραντα.
Αραξαμε το αυτοκινητο της σ ένα σημειο απ οπου μπορουσαμε να κρυφακουμε τη θαλασσα και ρουφουσαμε τον καφε, με αγαλλιαση βεδουϊνων
- Καπου διαβασα ότι ο καφες μας ηρθε από την Αραβια…
- Η αληθεια είναι, μουρμουρισα, ότι οι αραβες ανακαλυψαν το καβουρντισμα. Τους σπορους του καφε τους εφεραν οι κονκισταδορες. Όπως και τη σοκολατα. Και τις πατατες…
- Και τι άλλο μας έφεραν οι κονκισταδόρες, που λες κι εσύ;
- Και τους Αμερικανους…

Αρχιζε να χαραζει. Χασμουρηθηκα. Πρεπει να παω για υπνο, της λεω. Αυτή ειχε σχεδον αποκοιμηθει στο καθισμα του οδηγου.
- Κι εγω νυσταζω αλλα δεν γουσταρω να γυρισω σπιτι μου
- Γιατι;
Δεν μου απαντησε. Εβανε μπροστα.
- Που είναι το ξενοδοχειο σου;
- Στο Πανοραμα
- Θα σε παω

Στη διαδρομη δεν αλλαξαμε πολλες κουβεντες. Όταν φτασαμε της εξηγησα ότι, στο δωματιο μου υπηρχανε δυο κρεβατια, που τα διαχωριζε ένα κομοδινο. Μπορουσε αφοβα να κοιμηθει στο ένα. Η αποσταση ηταν αρκετη για να μην την ενοχλει το ροχαλητο μου.
Εσκασε στα γελια.
- Κι όταν γδυθω θα με παιρνεις ματι, ετσι;
- Ε, και; Δεν μου φαινεσαι να εχεις πολλη κυτταριτιδα…
- Δεν εχω καθολου!
- Τοτε που είναι το προβλημα;
Κοιμηθηκαμε βαρεια χωρις ονειρα ως τις δωδεκα το μεσημερι.
Α, και κατι ακομα...
Η Δωρα ειχε κορμι θανατηφορο. Αν εξαιρεσω τους λιγο πιο παχουλους αστραγαλους της, το σωμα της προκαλουσε οφθαλμικο ηλεκτροσοκ.
- Σ’ αρεσω;
- Αρρωστα!
- Καλα, κοιμησου τωρα…

Η Θεσσαλονικη δεν είναι η καταλληλη πολη για νοσταλγια. Η ζωη εκει είναι ριγμενη χυμα. Καλο φαϊ, ωραιες γυναικες, ζεστα μαγαζια, τρυφερες νυχτες. Δυσκολο να αγνοησεις το παρον για να ξεμεινεις σ ένα αποτυχημενο παρελθον.
Κι εγω βρισκομουν στη Θεσσαλονικη για να ξεχασω μια προδοσια.
Και όχι την προδοσία της Μακεδονίας, που την χαρίσανε στους αλβανόσλαβους οι αριστεροφρίκουλες.
Μια προδοσία εντελώς ιδιωτική.

Εικόνα

Προδοσια και πιστη
Νομιζα ότι το ειχα ξεπερασει. Στο κατω-κατω ολη μου η ζωη, αν τη δω ως ένα μονοπατι προς την αυτογνωσια, θα επρεπε να με οδηγει μοιραια προς την Αυτονομια. Ωστοσο το να ζητας τη δικη σου αυτονομια, σημαινει καταρχην ότι δεχεσαι και την αυτονομια του αλλου.

Η Μαγδα μου το χε ξεκαθαρισει: δεν θα καταληξουμε εμεις σαν τους παντρεμενους, να τρωει ο ενας τις σαρκες του αλλουνου…. Αν θες να εισαι μαζι μου, θα αποδεχτεις ότι κι εσυ κι εγω ειμαστε ελευθεροι…
Και το ειχα δεχτει.
Το ειχα δεχτει γιατι κι εγω ακριβως ετσι τα ηθελα τα πραγματα. Δεν μου πηγαινε ο νους ποσο οδυνηρο θα ηταν, όταν θα το μαθαινα…
- Καλα, ρε πουστη μου! Αλλα με τον Σταθη;
- Αυτό σε πειραξε τωρα;
- Ο Σταθης μωρο μου, νομιζει ότι ο Κιρκεγκωρ είναι αμορτισερ
- Ορφεα, πρεπει καποτε να αντιληφθεις ότι το σεξ και η κουλτουρα είναι δυο διαφορετικα πραγματα. Με τον Σταθη δεν ανοιγουμε συζητησεις περι φιλοσοφιας…
- Ε, και τι σκατα κανετε;
- Γαμιομαστε! Ε, αμα πια… Αφου σε τρωει ο κωλος σου να το ακουσεις, ακουσε το
Τα παρατησα όλα και ηρθα να περασω ένα ηρεμο σαββατοκυριακο στη Θεσσαλονικη.

Η Δωρα καταβροχθισε για πρωϊνο ένα ζουμερο τριγωνο, με το οποιο θα μπορουσαν ισως να χορτασουν τρεις Αθηναιοι, σαν εμενα.
- Απορω ποτε προλαβες να χωνεψεις τον πατσα
Κοιταξε με σημασια την κοιλια μου, η οποια μοιαζει με ελαφρως φουσκωμενη σαμπρελιτσα γυρω από ένα, κατά τα αλλα, αρμονικο αντρικο σωμα.
- Ενταξει, δεν χρειαζεται να καμεις σχολια για τον μεταβολισμο μου
- Εμενα μ’ αρεσει η κοιλιτσα σου. Μπορεις να φας ανετα ένα τριγωνο
Τραβηξα σκεπτικος μια ρουφηξια από τον σκετο καφε μου.

Υστερα της τα ειπα όλα. Με λεπτομερειες. Της ειπα ακομα και για τον Σταθη. Και εβριζα κι από μεσα μου κι από εξω μου.
Δεν φανηκε παντως να της καμει εντυπωση.
- Δεν το ηξερες γλυκε μου ότι οι πριμιτιφ τυποι αρεσουν στις γυναικες; Ασε που όπως μου τον περιγραφεις πρεπει να εχει πολύ πιο ωραια κοιλια από τη δικια σου…
Μετα μου εκαμε νοημα να συντομευω με το καφεδακι μου. Ηθελε να με πάει βολτα στο Καστρο.
- Αν θες να δεις τη Θεσσαλονικη, θα ξεκινησουμε από τα ψηλα…

Το Πανοραμα είναι βεβαια στα ψηλα αλλα όχι όπως το εννουσε αυτό η Δώρα. Κι ειναι αληθεια ότι δεν φτανει να βρεθεις σε ένα καταπρασινο υψωμα, που τις τελευταιες δεκαετιες εχει μετατραπει στο πιο λαϊφσταϊλ προαστειο της πολης, για να νιωσεις τη πραγματικη φυσιογνωμια του τοπου.
Τα προαστεια και οι λοφοι των πολεων είναι καλα για τη θεα αλλα οι πολεις είναι πανω απ΄όλα οι ανθρωποι και όχι τα τοπια τους.
Ο Λυκαβηττος ας πουμε, υστερει σε θεα απεναντι στα Τουρκοβουνια, ωστοσο αυτος ο Ανατολικος Λοφος των Αθηνων, ο λοφος απ οπου ξεκιναει την καθημερινη πορεια του ο Λυκειος Απολλων/Ηλιος, είναι στενα δεμενος με την ιστορια των ανθρωπων της Αθηνας. Συνεπως, αν θες να νιωσεις την πολη της Παλλαδας, θα πας να τη δεις απο τον Λυκαβηττο, όχι από την Παρνηθα…
Το ιδιο και για το Καστρο.
Αν θες να εχεις μια οψη της Ζωντανης Θεσσαλονικης, θα πας στο καστρο. Και μετα στον Βαρδαρη. Και θα τελειωσεις τη νυχτα σου στην πλατεια Αριστοτέλους. Εξον και αν εισαι σαν τον Σταθη. Οποτε θα πας για ψαρι στην Αρετσου και πολυ σου ειναι...
Για να μην σας πω ότι ένας τύπος σαν τον Στάθη, δεν θα έδινε δεκάρα αν η Θεσσαλονίκη γίνονταν η πρωτεύουσα των Σλάβων, όπως το ονειρεύονται κάτι ουράνια τόξα. Για τον πάσα ένα Στάθη, είτε σλαβοκρατούμενη, είτε τουρκοκρατούμενη, η Αρετσού και η Κρήνη θα έχουν πάντα ωραίο ψάρι. Κι αυτό του αρκεί...

Η Δωρα μου ειπε ότι της αρεσε ένα καφενεδακι στο καστρο, που σερβιριζε τσιπουρα, μ’ ένα ταλληρακι εβρόπουλα την ποικιλια. Να μην ξεχναμε και το οικονομικο μας χαλι, δηλαδη…
Απεναντι από μας, καθοντουσαν ένα ζευγαρι παλιων Θεσσαλονικιων, όπως τουλαχιστον με διαβεβαιωσε η Δωρα.
Τις παλιες Θεσσαλονικιές θα τις ξεχωρισεις από την κοκεταρια αλλα και από το καμαρι να κυκλοφορουν δημοσιως στο μπρατσο του αντρα τους. Σαλονικια ανυπαντρη, είναι σαν δρομος χωρις πινακιδες. Μπερδευονται αυτές και μπερδευουνε και τους αλλους.
- Να δεις που θα κοιταξει πρωτα το δικο μου το χερι και μετα το δικο σου κι όταν θα δει ότι εγω φοραω βερα κι εσυ όχι…
Η Δωρα χασκογελουσε ενώ η κυρια απεναντι αποστρεψε υποτιμητικα το προσωπο της.

Ο πρωτος μεζες περιειχε κρεατικα. Κεφτεδακια, λουκανικακια, σαλαμακια και τυρι φετα βουτηγμενο σε μια πιπερατη σαλτσα.
Στη δευτερη γυρα, όπως με προειδοποιησε η Δωρα, θα μας εφερναν θαλασσινα.
Στην τριτη γυρα, αν αντεχαμε ακομα, θα με φιλαγε κατευθειαν στα χειλη. Με γλωσσα.
- Και γιατι πρεπει σωνει και καλα να περιμενω αλλους δυο γυρους;
- Τοτε με πιανει το τσιπουρο…
Ανασηκωσα τους ωμους. Ετσι κι αλλιως, στο παιχνιδι του ερωτα, τα θηλυκα είναι αυτα που διαλεγουν. Οι αντρες απλως κυνηγαμε.
- Ξερεις ποιο είναι το παραξενο με μας τους δυο; Εσυ βρισκεσαι εδώ για να ξεχασεις μια προδοσια… Εγω βρισκομαι εδώ για να ξεχασω μια πίστη!
Της γεμισα το ποτηρι ισαμε πανω. Σ ακουω, ψιθυρισα…

Τον αντρα της τον ελεγαν Αλεξανδρο. Ειχανε παντρευτει μου ειπε, από ερωτα. Μετα από δεκαπεντε χρονια γαμου όμως, απεμεναν κατι ξεφτιδια επιθυμιας που τα ενισχυαν οι αναμνησεις.
Κι οι τσοντες, καμια φορα.
Αλλα δεν ητανε τοσο η ελλειψη ερωτισμου, που της βαραινε την ψυχη και δεν αντεχε πια να μενει στο σπιτι της.
- Τον ερωτα μπορει και να τον διαγραψεις από τη ζωη σου, αμα εχεις μια πολυν καλη σχεση σε επιπεδο επικοινωνιας και συντροφικοτητας…
Το βαρυ πληγμα στην ψυχη της ηταν η διαρκης αισθηση πως πνιγονταν. Τον αντρα της ειχε καταντησει να τον νιωθει σαν μια σειρα απαγορευσεων, δεσμευσεων και προστακτικων, που την απειλουσε στην παραμικρη της κινηση, με τη δαμοκλειο σπαθη της προδοσιας.
Δεν ηταν ζηλιαρης, με τη στενη σημασια του ορου.
- Ο Αλεξανδρος δεν είναι τιποτε παρα πολύ… Δεν θα τον ελεγες ουτε φθονερο αλλα ουτε και μεγαλοψυχο. Δεν είναι ικανος να καμει το κακο αλλα δεν προκειται να καμει και τιποτα το σπουδαιο. Οι ισορροπιες του στηριζονται στο αρχετυπο της μη κινησης. Δεν μετακινουμε τιποτα από τη θεση οπου το βρηκαμε. Είναι ο κατεξοχην ανθρωπος της παραδοσης. Στραβα αρμενιζουν ολοι; Στραβα θ’ αρμενιζουμε και μεις. Βανει κολοκυθακια στον μουσακα η μαμα του; Κάθε καλος μουσακας ξεκιναει από το κολοκυθακι. Ψηφιζει αριστερα ο πατερας του; Αριστερα θα ψηφιζει κι αυτος, μεχρι να πεθανει… Όχι, δεν είναι η ζηλεια το προβλημα του. Αυτό που τον απασχολει είναι να μην αλλαξει τιποτα γυρω του. Να μενουν τα παντα όπως τα εχει συνηθισει. Σταθερα και αναλλοιωτα σαν να εχουνε βυθιστει προ πολλου στον πατο της λιμνης του…
»Να σου πω και κατι άλλο; Με πνιγει αυτή η κατασταση της ακινησιας. Τρελαινομαι, ρε παιδι μου – πως το λενε; Δεν τολμω να καμω ρουπι και να μην τον εχω μπαστακα στη συνειδηση μου, να με παρακολουθει με το μισοκλαμενο ματι του ταχα μου προδομενου. Και δεν είναι ότι αμα βγω για κανα καφε, θα γυρισω επειτα και θα μου καμει σκηνη. Οχι, ο Αλεξανδρος δεν είναι ο τυπος που θα αρχισει τις Χριστοπαναγιες και τις απειλες. Απλως, θα τριγυριζει διαρκως διπλα μου και θα μου πεταει μπηχτες για το ποσο συμμαζεμενες στα σπιτια τους είναι οι γυναικες στο σοϊ τους. Θα μου φερνει παραδειγμα την κουνιαδα του, τις αδερφες του, τις ξαδερφες του και εμμεσα θα μου υπενθυμιζει ότι αυτος δεν εχει βγει ουτε μια φορα από το σπιτι να παει να ξενυχτισει, χωρις εμενα…
»Α, ναι! Η πιστη του Αλεξανδρου είναι υπερανω αμφιβολιας. Η συζυγικη πιστη! Να τι πιστευει ο αντρας μου ότι κραταει κοντα δυο ανθρωπους. Όχι το αν γουσταρει ο ενας τον αλλον. Όχι το αν περνανε καλα μαζι. Όχι το αν εχουνε κοινα ενδιαφεροντα. Όχι το αν καυλωνουνε κι οι δυο στο κρεβατι. Η πιστη και μονο η πιστη. Σαν τις βδελες που απαξ και κολλησουνε σ ένα ζωντανο πλασμα πρεπει σωνει και καλα να μεινουν εκει και να του ρουφανε το αιμα ωσοτου να πεθανει….
»Ε, αυτό είναι το χειροτερο για μενα. Αυτή η πανταχου παρουσα σπαθη της πιστης. Εχω φτασει στο σημειο να βγαινω να φαω ένα τριγωνο και να αναρωτιεμαι μπας και αυτό αποτελει προδοσια απεναντι στον αντρα μου. Και ξερεις κατι; Είναι πρακτικως αδυνατο να πολεμησεις την παθητικοτητα με την οποια διεξαγει την υπουλη μαχη του αυτος που αισθανεται προδομενος. Γιατι δεν γυριζει να σου πεταξει: εισαι πουτανα μωρη, μαζεψε τα και φευγα – που μακαρι να το εκαμε, να γλιτωναμε κι εγω κι αυτος… Όχι! Παιρνει το περιλυπο το υφος και αρχιζει τις πλαγιορουφιανιες. Κι εγω… Που για σενα τα καμω όλα… Και που αμα σε χασω θα κοψω τις φλεβες μου… Και μετα ν’ αρχιζει τις άλλες πουστιες… Και να σε απειλει, εμμεσα παντα, πως αν μαθευτει το παραμικρο θα σε καμει ρομπα στα παιδια σου… Και να μυξοκλαιει… Και να παραπονιεται δεξια κι αριστερα ότι δεν στεκεσαι απεναντι του, σαν αξια συζυγος και μητερα…
»Εχω παγιδευτει μεσα στην κινουμενη αμμο του και δεν ξερω πώς να βγω. Χανω σιγα-σιγα τον εαυτο μου. Χανω την δυνατοτητα μου να εξελισσομαι και να αλλαζω, όπως κάθε αληθινα ζωντανος οργανισμος. Οι κινησεις μου, οποιες κι αν είναι, τελικα φαινεται ότι συντελουν στο να βουλιαζω ακομα περισσοτερο. Πνιγομαι, καταλαβαινεις; Στερευουν οι ανασες μου. Δεν εχω σπιτι εγω. Εχω ένα κολαστηριο, οπου τα παντα με περιμενουν να γυρισω για να υψωσουν απειλητικα το δαχτυλο εναντιον μου. Ακομα και τα παιδια μου. Που ησουν;Είναι η πρωτη ερωτηση που θα μου κανουν όταν με δουν. Δεν μπορω άλλο… Σαπιζω ζωντανη… Την προδοσια, ρε γαμωτο μπορεις να την παλεψεις. Στο κατω-κατω σηκωνεσαι φευγεις, τελειωνει η ιστορια. Από την πιστη πως γλιτωνεις – μου λες; Απ αυτή την βουβη ικεσια που σε σιγοπινει σαν καρκινος, πως διαβολο μπορεις να ξεφυγεις;
»Γαμωτο! Μακαρι να ημουνα στη θεση σου. Θα εκαμα και ταξιδακια για να ξεχασω…

Αναγκαστηκα να παραδεχτω, ότι η δικη της θεση ηταν απειρως δυσκολοτερη από τη δικη μου.
Μεχρι δηλαδη που αρχισα να συμπαθω και τον Σταθη…

Εικόνα

Οι Θεσσαλονικές εχουν μια ιδιαζουσα χαρη στα δαχτυλα.
Ξερουν πώς να αγγιξουν, πώς να πονεσουν και πώς να γιατρεψουν...


Η αλλη οψη της προδοσιας
Ο δευτερος γυρος πραγματι περιειχε θαλασσινα. Γαριδιτσες, μυδια, αθερινα κα τουρσι λαχανικα.
Το τσιπουρο ηδη με ειχε πιασει και με ειχε σηκωσει. Δεν νομιζω ότι θα αντεχα να περιμενω και τον τριτο γυρο.
Η Δωρα εβανε τα γελια.
- Τι ζητας από μενα Ορφεα Ομπρενοβιτς;
- Να σε ριξω στο κρεβατι
- Ετσι, ωμα;
- Η ωμοτητα στο σεξ, είναι η ποιηση της Δημιουργιας

Κατεβασε μονορουφι ότι αλκοολ ειχε απομεινει στο ποτηρι της
- Για να δουμε, ψιθυρισε, τι γευση εχουν τα χειλη σου…
Ανεβηκαμε φουλαριστοι ως το Πανοραμα. Καναμε μονον μια σταση σ ένα από τα παραδοσιακα γαλακτοπωλεια που πωλουσαν τριγωνα
- Θα με παρεις άλλο ένα τριγωνο, βρε?
- Αμ δεν θα σε παρω…
Επανηλθαμε σε ρυθμους πραγματικοτητας, περασμενα μεσανυχτα.
Σηκωθηκα από το κρεβατι και μισανοιξα τα πατζουρια. Η νυχτερινη Θεσσαλονικη ανασαινε αργα τη μαγεια της νυχτας.
- Εσπασε το πολυ κρυο – ε;

Εριξα μια γρηγορη ματια στο δωματιο. Φορεματα, παντελονια κι εσωρουχα ησαν σκορπισμενα παντου. Ενας πολυχρωμος διακοσμος, όπως πολυχρωμη είναι η ιδια η ηδονη.
Η Μαγδα ελεγε ότι αρχιζεις να καταλαβαινεις πως ενας ερωτας τελειωνει, όταν οι εραστες κρεμανε τακτικα τα ρουχα τους στις κρεμαστρες, πριν ανεβουνε στο κρεβατι.
Παραδοξως, μου ειχε φυγει πια ο καημος για την προδοσια της. Αντι να φερνω στο μυαλο μου οτιδηποτε απανω της με ενοχλουσε, όπως εκαμα μεχρι τοτε, την συλλογιζομουν με τρυφεροτητα.
Δεν βαριεσαι. Τι παναπει προδοσια; Είναι σαν να διεκδικεις μιαν ηπειρο που μολις ανακαλυψες. Ετσι όμως κινδυνευεις να αποκαλυφθει ότι ανακαλυψες λαθος τοπο.
Δεν θα ηταν καλυτερα να αφησεις τον τοπο να αποφασισει, αν γουσταρει να παρει το ονομα σου ή όχι;

Η Δωρα ηταν αληθινη περα για περα. Κι ηταν εκει. Χωμενη κατω από τα σκεπασματα της δικης της ζωης. Το γεγονος ότι ειχε αφεθει γυμνη στην αγκαλια μου, δεν σημαινε και ότι επρεπε σωνει και καλα να καρφωσω το ονομα μου στο υπολοιπο της ζωης της.
Ερωτα καναμε. Δεν καθισαμε να καταβροχθισει ο ενας την αλλην…
- Τι σκεπτεσαι Ορφεα Ομπρενοβιτς;
- Την προδοσια…
- Εσυ τι λες; Ηταν προδοσια αυτό που καναμε σημερα;
- Προδοσία μωρό μου είναι το ότι δώσανε τη Μακεδονία στους Σλάβους, για να σιγουρέψουν τις καρέκλες τους. Ο προδότης δίνει για να πάρει. Στον έρωτα δίνεις τα πάντα κι ας είναι να μην πάρεις τίποτα. Αυτό δεν λέγεται προδοσία. Αυτό λέγεται παράδοσις άνευ όρων...
Η Δωρα εφυγε γυρω στις δυο, μετα τα μεσανυχτα. Πριν να με αποχαιρετησει, μου ειπε κατι για τα ταξιδια της, που το θυμαμαι ακομα...
- Υπαρχουν δυο ειδη ταξιδευτες, γλυκε μου Ορφεα. Αυτοι που γυρνανε τους τοπους με μια φωτογραφικη μηχανη και περιμενουν πώς να γυρισουν στο σπιτι τους για να μοιραστουν τις φωτογραφιες τους με τους φιλους τους. Αυτους δεν τους αλλαζουν τα ταξιδια. Όπως φυγανε, ετσι επιστρεφουν. Είναι σαν να μην ταξιδεψαν ποτε… Υπαρχουν όμως κι οι αλλοι. Σαν τον Οδυσσεα. Που εφυγε από την Ιθακη βασιλιας και γυρισε επαιτης. Αυτοι που τα ταξιδια τους, τους αλλαζουν ριζικα… Και καμια φορα, χανονται κι ολας… Σαν να εκοψαν εισιτηριο χωρις επιστροφη… Εσυ Ορφεα μου, τι σοϊ ταξιδευτης εισαι;
Η Θεσσαλονικη εκει εξω, χαμογελουσε.
- Πηγαινε με μεχρι τον Βαρδαρη. Καμω κεφι να περπατησω, όσο τουλάχιστον μιλάνε ακόμα ελληνικά σ' αυτή την πόλη…
Με άφησε έξω από τον Μεγαλέξαντρο και έφυγε. Δεν θα την ξανάβλεπα.

Τα τζαμια στον Μεγαλεξαντρο θυμιζαν γαλακτωδη παραπετασματα. Η αχνα από τις ανασες των ανθρωπων κι από τους ατμους του πατσα, ειχε σχηματισει μια τοσο παχεια κρουστα πανω τους, που μπορουσες να γραψεις ολοκληρη τη συμφωνία των Πρεσπών.
Και επιπλέον θα είχες και την ικανοποίηση ότι με τις πρώτες αχτίδες του ήλιου, θα έσβηνε. Ενώ τώρα, ο προδομένος Βαρδάρης, θα παραμείνει προδομένος, όσο ζεστός και αν είναι ο ήλιος της χαμένης μας Μακεδονίας.
Τι κρίμα ρε γαμώτο, να μην είναι όλες οι προδοσίες, όπως αυτή που λογίζουμε ως ερωτική προδοσία..

Μπηκα κατευθειαν στην κουζίνα, οπου τεμαχιζανε τις κοιλιες, με τα χαρακτηριστικα σταυρωτα χτυπηματα των δυο μαχαιριων.
- Ένα ψιλο!
Πασπαλισα την παχεια σουπα με μπολικο καυτερο και καπακι τη μπλαστρωσα στο σκορδοστουμπι.
Ούτε το στομάχι μου αντιδρούσε πια, ούτε τα ρουθούνια μου. Αντιθέτως ρούφαγα τον ατμό από τα χορδοκοιλίτσια και ευφραινόμουν.
Ηδονη στο επακρον!
Έπρεπε να δώσουνε τη Θεσσαλονίκη στους βαρβάρους ρε πούστη μου, για να εκτιμήσω επιτέλους τον καλό πατσά...

Κανα δυο διστακτικοι πελατες, μαλλον Αθηναιοι, με παρακολουθουσαν γεματοι ζηλεια, ενώ καταπινανε ανορεκτα τις μακαροναδες τους.
Δεν εκαμα καμια κινηση να τους συμβουλεψω. Τη ζωη δεν τη ζεις με συμβουλες.
Ουτε αγαπας μια πολη από τις φωτογραφιες της…

Υ.Γ. Αν ανηκετε στο ειδος των αναγνωστων που τους αρεσουν οι παραδοσιακες ιστοριες με αρχη, μεση και τελος, προφανως θα αναζητατε εδω, ενα τελος...
Ελα ομως που στη ζωη, οσο τουλαχιστον ειμεθα ζωντανοι, μας λειπει παντα το τελος...
Δεν θελω ομως να κακοκαρδισω κανεναν. Συνεπως, μπορω εδω να σας δωσω καποιες πληροφοριες και βαλτε εσεις οτι τελος σας αρεσει.
Λοιπον, η Δωρα τα καταφερε να απαλλαγει απο την κινουμενη αμμο της πιστης και χωρισε απο τον αντρα της.
Οσον αφορα εμενα, συνεχιζω το ταξιδι μου, έχοντας κατανοήσει πια, ότι τα ωραιότερα ταξίδια γίνονται με εισιτήρια χωρίς επιστροφή. Το αυτο θα ευχομουν και δι εσας...

Εικόνα
Λευτερης Πανουσης.
https://panusis.blogspot.com/2019/03/blog-post_23.html

Άβαταρ μέλους
The Rebel
Δημοσιεύσεις: 4253
Εγγραφή: 31 Μαρ 2018, 18:18
Phorum.gr user: Wild Rebel

Re: Κλινοσοφιστεῖες καὶ ὄχι μόνον.

Μη αναγνωσμένη δημοσίευση από The Rebel » 06 Μάιος 2019, 22:33

23/04/2019
Σκάρτεψαν οι άνθρωποι, σου λέω…

Εικόνα
Γράφει ο Κώστας Ανδρεόπουλος.

Και κουβέντα στην κουβέντα, κουτσομπολιό στο κουτσομπολιό, σπιλώνουμε και ριμάζουμε ανθρώπους.
Kατινιά στην κατινιά με ευφάνταστα σενάρια να πλάθονται και πάντα όπως μας βολεύουν να χτίζουμε ιστορίες για αγρίους.
Κι αν συμφωνούμε κιόλας μεταξύ μας, πάει, άστο, τον φυτέψαμε στα δύο μέτρα..

Άνθρωποι! Ατιμη φάρα φίλε μου.. Σε σκοτώνουν με τα λόγια πριν ακόμη το κάνουν πράξη. Σε εξευτελίζουν και σε περιπαίζουν έτσι, γιατί τους ήρθε! Έτσι, γιατί τους γούσταρε! Χωρίς να ξέρουν. Μα ακόμη κι αν ξέρουν, γίνονται τόσο ανήθικοι που τρομάζεις στο άκουσμα των όσων ξεστόμισαν τα χείλη τους. Εκπλήσεσαι με τη συμπεριφορά τους και μένεις άναυδος μπρός στη μετάλλαξή τους.

Άτιμη φάρα λέμε! Σφιχταγκαλιασμένοι με το άκαμπτο εγώ τους, τυφλοί απο τη ζήλια τους, μπερδεμένοι στο μυαλό τους. Αδυνατούν να ξεχωρίσουν το καλό απο το κακό, τον φθόνο απο τον έπαινο, τον δόλο και την πονηριά απο την ανιδιοτέλεια και το φιλότιμο. Ερωτευμένοι με τον εγωισμό τους, αλάθητοι και απολύτως τέλειοι σε κάθε απόφαση και πράξη τους! Περιαυτολογούν για κάθε πτυχή του εαυτού τους, μπολιάζουν με ψέματα και έχουν μια δικαιολογία για κάθε ατόπημά τους, μια ανόητη δικαιολογία για κάθε συμπεριφορά τους..

Έχουν μάθει οι άνθρωποι στο ψέμα σου λέω, στα ψεύτικα τα λόγια και τις επιτηδευμένες πράξεις! Στο φαίνεσθαι έχουν εναποθέσει όλες τους τις ελπίδες και όλες τους τις προσδοκίες, τα απατηλά τους όνειρα. Έκοψαν και έραψαν, ζύγισαν και μέτρησαν και διάλεξαν ό,τι πιο εύκολο μα ταυτοχρόνως μάταιο και κάλπικο μπόρεσαν να διαλέξουν. Βασίστηκαν στο φαίνεσθαι και επένδυσαν σε υποκριτικές συμπεριφορές και σε κουβέντες βιτρινάτες. Σε υποδιόμενες φιλίες και πισώπλατα αλληλομαχαιρώματα.

Χάθηκαν οι “άνθρωποι” ρε μάγκα. Εκείνοι που στα μάτια όταν θα σε κοιτούν τίποτα δεν θα σου κρύβουν κι ό,τι έχουν να σου πουν, ασμίλευτο και αιχμηρό, θα το ξεδιπλώσουν μπροστά σου, κι ας σε πονά κι ας είναι ολότελα σκληρό, άβολο και δυσκολοχώνευτο!

Οι “άνθρωποι” αυτοί που θα σε ακούσουν, θα σε νιώσουν όσο μπορούν και την θα σου προσφέρουν τη συμβουλή τους, δίχως να επωφεληθούν και να σκεφτούν πονηρά.
Οι “άνθρωποι” εκείνοι που στα κάτω σου θα σου συμπαρασταθούν και στη χαρά σου, θα χαρούν διπλά από εσένα.

“Άνθρωποι”! Είδος αποτελούμενο (κατά κανόνα) απο ανθρωπόμορφα πλάσματα και ανδρείκελα, προγραμματισμένα να ενεργούν κυρίως για το προσωπικό τους συμφέρον δίχως αναστολές ή τύψεις για τις συνέπειες των πράξεών τους, σε αντιδιαστολή με τον καθαρόαιμο αυτού του είδους.

Πιθανολογείται μάλιστα πως ο καθαρόαιμος του είδους δεν υπήρξε ποτέ στον πλανήτη γη…
http://www.loveletters.gr/%cf%83%ce%ba% ... %ad%cf%89/


Άβαταρ μέλους
The Rebel
Δημοσιεύσεις: 4253
Εγγραφή: 31 Μαρ 2018, 18:18
Phorum.gr user: Wild Rebel

Re: Κλινοσοφιστεῖες καὶ ὄχι μόνον.

Μη αναγνωσμένη δημοσίευση από The Rebel » Χθες, 22:31

Εικόνα

20/5/2019
Μαρία Τιμπάλντι Κίεζα: <Τσαϊκόφσκυ>.
Ἕνα σπουδαῖο βιβλίο ποὺ διαβάζω αὐτὸν τὸ καιρό. Τὸ βιβλίο δὲν ἀναφέρεται πουθενὰ στὸ διαδίκτυο!...

* Τέλος πάντων, τὸ παίρνω μαζύ μου, καὶ διαβάζω ὅταν εἶμαι μόνος.

Γιατί, καμιὰ φορά, ἔχω καὶ παρέα: γέρους, ποὺ ἤ δὲν μιλοῦν καθόλου, ἤ γιὰ τὸν καιρό, λένε, ἤ γιὰ τὴν σύνταξή τους, ἤ γιὰ τὴν Λαϊκὴ Ἀγορά.

* Γύρω μου, ὅλοι οἱ ἆλλοι ἀνεξαιρέτως περνοῦν μ' ἕνα κινητό, στὸ ὁποῖο προσηλώνονται - χωρὶς αὐτό, ἀσφαλῶς δὲν λειτουργεῖ οὔτε ὁ καρδιά τους οὔτε τὸ πουλί τους. Σιχαίνομαι ποὺ βλέπω τὴν ὕπαρξή τους νὰ περιφέρεται.

* Σήμερα, γιὰ δύο ὧρες, στὴν πλατεία Ἀττικῆς, διάβαζα, ἤπια καφέ, τάισα δυὸ ἀδέσποτες γάτες, - πόσο πεινοῦσαν οἱ φουκαριάρες, ἀρσενικὲς καὶ οἱ δυό, ποὺ τὶς βάφτισα: Τσαϊκόφκυ καὶ Φλωμπέρ. Χάζεψα τὰ λεωφορεῖα ποὺ πᾶνε κι' ἔρχονται στὸ Ἴλιον, στὴν Πετρούπολη, τὴν Ἀνάκασα (γεμάτο πρεζόνια μοῦ φάνηκε)...

* Παραδῖπλα μου ἕνας γέρος, τῆς...ἡλικίας μου, "διάβαζε" καὶ "ξαναδιάβαζε" ἕναν λογαριασμὸ ΔΕΗ, τουλάχιστον 130 φορές, μὴν πῶ: "καὶ βάλε". Μοῦ ἐρχόταν νὰ τοῦ τὸν σκίσω καὶ νὰ τοῦ πετάξω τὰ κομματάκια στὴ μούρη. Τόσο σταματημένα εἶναι πιὰ τὰ μυαλὰ τῶν ἀνθρώπων; Σκουριασμένα ρολόγια;

* Ἔφυγα. Κι' ὅπου ἔβλεπα γάτες, μ' ἕνα ψὶ ψὶ ψί, τὶς καλοῦσα κοντά μου, τίς χάιδευα, τοὺς μιλοῦσα. Μά, μὲ τὶς γάτες, ἔχεις κάτι νὰ πεῖς, διάβολε. Ἄσε ποὺ σὲ ἐμπνέουνε κιόλας.

* Οἱ ἄνθρωποι εἶναι κακορίζικοι. Τὸ βλέπεις καὶ στὴν Βιογραφία τοῦ Τσαϊκόφκυ. Ἴδιοι παντοῦ καὶ πᾶντα. Δὲν πᾶνε στὸν Διάολο, λέω ἐγώ!...

* Νἄμουνα Τσίπρας, νὰ τοὺς ἔκοβα τελείως τὴν σύνταξη (ἐκεῖ πάει τὸ πράμα) καὶ νὰ τοὺς ἔδιωχνα ἀπὸ τὰ σπίτια τους, νὰ τἄδινα στοὺς ἀλλοδαπούς, ὁπότε θἄμουνα 12 χρόνια πρωθυπουργός, ὥσπου νὰ σιχαινόμουνα καὶ τὸν ἑαυτό μου...

Ὤχ, αὐτό, μοῦ συμβαίνει ἤδη: σιχαίνομαι ποὺ ζῶ στὴν Ἀθήνα. Ἀλλά, πρίτς, ποὺ θ' αὐτοκτονήσω. Δὲ σφάξανε. Προτιμῶ νὰ βρίζω καὶ νὰ μουτζώνω, - ἐξάσκηση ζωῆς, γυμναστήριο. Πάω γιὰ πρωτάθλημα.

Δημοσίευση ἀπὸ ΚΛΙΝΟΣΟΦΙΣΤΗΣ, 20 Μάιος 2018
(Ἀντίγραφο - ἀπὸ τὶς ἀναμνήσεις μου, 1 χρόνο πρίν):
~Τὰ σουρεὰλ κτήρια τοῦ Ἑλληνικοῦ δημοσίου.

Γιατί, ἔξω ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖο Ἀνάπτυξης (πλατεία Κάνινγκος) εἶναι καλλίτερα;
Σκατά, σύριγγες, πολυκατρουλίλα, πρεζόνια..., ὅλα σὲ διαρκὴ ἀνάπτυξη.
Πρὶν δυὸ χρόνια, τοὺς εἶχα σκυλοβρίσει ν' ἀλλάξουν τὴν σημαία (κουρελόπα-
νο) στὴν ταράτσα τους. Ἐπιτέλους, βάλανε ἄλλη. Ἀκόμα καλὴ εἶναι, ἀντέχει.

* Ἐφέτος, ἀλήθεια, δὲν ξέρω τί γίνεται ἐκεῖ. Περνάω καμιὰ φορὰ μὲ τὸ τρόλεϋ πηγαίνοντας κάπου, ἀλλὰ δὲν κοιτάζω, ἔχω πήξει ἤδη στὴν ἀλλοδαπίλα κακιᾶς ὥρας. Ἄν ἤμουν τυφλός, θἄπαιρνα καὶ ἐπίδομα. Ὅπου καὶ νὰ κοιτάξω στὴν Ἀθήνα, ἀηδιάζω.

Ἀντίγραφον - ἴν γκρὴκ ὄφ κόρς):

Constantine Fantanas:
(1) Τὸ πολυτονικὸ ὄντως κατηργήθη πρὶν 37 χρόνια ΑΛΛΑ μὲ φασιστικὴ διαδικασία.
(2) Στὴν κεφαλαιογράμματο γραφὴ τῶν Ἀρχαίων Ἑλλήνων ἐχρησιμποποιοῦντο ἡ δασεῖα καὶ ὑπογραμμένη.
(3) Ἄλλες γλῶσσες, οἱ ὁποῖες δανείζονται ἀπὸ τὸν πλοῦτο τῆς Ἑλληνικῆς, τηροῦν τὴν δασεῖα καὶ Γ´ Κλίσι, τὶς ὁποῖες ἔχουν καταργήσει φασιστικῶς διάφορες μεταπολιτευτικὲς κυβερνήσεις, ἀκόμη δὲ καὶ διφθόγγους, τὶς ὁποῖες θέλουν νὰ καταργήσουν μερικοὶ-μερικοί.

Οἱ ἆλλες γλῶσσες εἶναι ἆλλες γλῶσσες, μπὰτ δὲ γκρὴκ-οὐὰν ἴζ φὸρ χέσιμο.
Τὸ μόνο ποὺ δὲν μπορῶ οὔτε στὸν ὕπνο μου νὰ δῶ, ὡς καὶ σὰν ὄνειρο ἤ ὡς καὶ σὰν ἐφιάλτη, εἶναι ἡ "γλωσσική μας αὐτοβελτίωσις". Τὰ Ἑλληνικὰ εἶναι χαμένη ὑπόθεσις.

Σᾶς ἀρέσει, βλέπω, πολὺ νὰ γιορτάζετε γενοκτονίες Ἑλλήνων.
Περιμένω καὶ τὶς Αὐτοκτονίες Ἑλλήνων μὲ πολλὴ λαχτάρα. Μιλᾶτε τὰ ἑλληνικὰ ποὺ μιλᾶτε, κι' ὁ Διάολος μαζύ σας.

Ἄχ, ἄς τὸ πῶ κι' αὐτό, ὅπως τ' ἄκουσα ἀπὸ Νεο-Ἕλληνα.
<- Γνώρισα στὴν Γερμανία κάποιον Γερμανὸ ποὺ μιλοῦσε ἀρχαῖα ἑλληνικά. Μοῦ ἔδειξε ἕνα κουτί, ποὺ ἔγραφε ἐπάνω στὰ ἑλληνικά:
"ἐδῶ τοποθετοῦμε μεταχειρισμένα εἴδη" καὶ...τὸ διάβασε σωστά>.

Ρώτησα: Ἀρχαῖα τὄλεγε ἤ στὴν νέα ἑλληνική;
Ἀπάντηση: <- Μά, ἦταν γραμμένο μὲ μεγάλα γράμματα, ὅπως γράφανε οἱ ἀρχαῖοι>.
Πρὶν δύο μέρες τὄμαθα, ἀλλὰ...τώρα "ξύπνησα" νὰ σᾶς τὸ πῶ.
Ἰάνης Λὸ Σκόκκο.

Απάντηση


  • Παραπλήσια Θέματα
    Απαντήσεις
    Προβολές
    Τελευταία δημοσίευση

Επιστροφή στο “Λογοτεχνία”

Phorum.com.gr : Αποποίηση Ευθυνών