Αποσπάσματα

Πεζογραφία, ποίηση, γλώσσα και γραπτός λόγος, βιβλία
Γραφικός

Re: Αποσπάσματα

Μη αναγνωσμένη δημοσίευση από Γραφικός » 21 Μαρ 2019, 12:47

Λίγοι γνωρίζουν ότι το 1931 ο Αδόλφος Χίτλερ επισκέφτηκε τις Ηνωμένες Πολιτείες. Κατά τη διάρκεια της επίσκεψης, είδε μερικά αξιοθέατα, είχε ένα σύντομο ειδύλλιο με μια κυρία ονόματι Μαξίν στο Κίοκουκ της Αϊόβα, δοκίμασε πεγιότ (κι αυτό τον έκανε να δει παραισθήσεις όπου ορδές βατράχων και φρύνων με μποτάκια παρήλαυναν τραγουδώντας το Horst Wessel Lied), μπήκε λαθραία σε εργοστάσιο πυρομαχικών κοντά στο Ντιτρόιτ, είχε μυστική συνάντηση με τον αντιπρόεδρο Κέρτις και συνομίλησε μαζί του για συμβόλαια μελλοντικών αγορών γούνας από φώκια, και εφηύρε το ηλεκτρικό ανοιχτήρι κονσέρβας.
William G. Lycan
Φιλοσοφία της γλώσσας
Απόδοση: Γιώργος Μαραγκός

Άβαταρ μέλους
νύχτα
Δημοσιεύσεις: 3045
Εγγραφή: 03 Μαρ 2019, 12:18

Re: Αποσπάσματα

Μη αναγνωσμένη δημοσίευση από νύχτα » 25 Σεπ 2019, 21:09

Χτές νόμιζα πως μ' έπιασε ότι χειρότερο απεχθάνομαι. Ζήλια και κτητικότητα. Αλλά δεν ήταν αυτό.
Ήθελα απλά να πειστώ πως μπορείς να ξεπεράσεις τα όριά σου.
Έγινα απαίσιος, απαίσιος, πιο απαίσιος απ' ότι ήσουν κάποτε εσύ.
Ήθελα να σε κάνω να ξεκολλήσεις ή, να με σιχαθείς και να τελειώνει.
Πρέπει να σου μίλησα πολύ, πάρα πολύ κι άντεξες. Πρέπει να ήμουνα αισχρός, αισχρός κι άντεξες.
Πρέπει να ήμουνα αδύναμος, αδύναμος και με δέχτηκες.
Πρέπει να είχα αποκοπεί κι ακολούθησες. Μα όταν βρήκα τη δύναμη να δώσω τέλος, μου μίλησες.
Είπες πως δεν υπάρχει τέλος, τέλος κι αρχή τ' αυτό. Τώρα ξέρω πως είσαι ο πιο φανταστικός άνθρωπος.
Έχεις τεράστια δύναμη. Τώρα ξέρω ότι ξέρεις. Δε σε φοβάμαι μη κυλήσεις. Αφού μπόρεσες να ταπεινωθείς,
αφού μπόρεσες να κυλιστείς, αφού χτύπησες και συ στο μαχαίρι, δε σε φοβάμαι πια.
Πάνπολλες νύχτες μ' έχεις ξεπεράσει.
Δεν έχει σημασία που σου δόθηκα πρώτος εγώ.
Δεν έχει σημασία που δε μπορώ να πάω μ' άλλη γυναίκα πια. Δεν έχει σημασία τίποτα πιά.
Ήταν απαραίτητο να γίνει και είναι φανταστικό.
Αυτό σίγουρα δεν τόχω ξαναζήσει. Ή αν το έζησα δεν το θυμάμαι.
Κι ήσουνα δίπλα.

Σήμερα κερδήθηκε ένας άνθρωπος.
Δεν τον κέρδισα εγώ, κερδήθηκε από μόνος του.
Εγώ αυτόν τον άνθρωπο τον έχασα.
Όμως εγώ το θέλησα να κερδηθεί.


Νικόλας Άσιμος
night°ing

- Casper -
Δημοσιεύσεις: 1569
Εγγραφή: 01 Ιουν 2019, 15:14

Re: Αποσπάσματα

Μη αναγνωσμένη δημοσίευση από - Casper - » 22 Οκτ 2019, 22:46

"Αυτά τα χνάρια γινόντανε τώρα, ξαναγινόνταν, ή σιγουριά του η χαμένη πως είχε φτάσει σε τόπο που δεν ήταν ανύπαρκτος, που δεν ήτανε της νοσταλγίας του μόνο, της φαντασίας του — η σιγουριά πού 'χε χάσει μέσα σ' αυτούς τους τρελούς, τους μισούς, τους αφιονισμένους, τους νικημένους ανθρώπους που βρήκε γυρίζοντας."


"Ήθελα να κλάψω για μένα. Άλλο είναι αυτό, το τέτοιο κλάμα, εγώ δεν ξέρω βέβαια πως να το πω, να θέλεις να κλάψεις επειδή δεν έχεις πως αλλιώς να μιλήσεις με τον εαυτό σου. Πως να μιλήσω, τι μπορούσα εγώ να μιλήσω; Τα παλιά που πέρασα, τα παιδικά μου τα χρόνια, τα κατοπινά της στερημένης μου νιότης, μείναμε μέσα μου μια στέρνα μικρή, βουρκωμένη για πάντα, δεν ξεχώριζα τίποτα μέσα. Τα τωρινά στο ξυλάδικο σφραγίζανε τη ζωή μου, ένιωθα τις σφραγίδες και χτυπιόνταν απάνω μου, νόημα πάλι δεν έβγαζα. Κ' ήθελα να κλάψω γι' αυτό, για το νόημα. Όχι πάντα, όχι κάθε μέρα, εδώ μονάχα στο σπίτι."


"Άλλη ζωή―που να τη βρω; Ήθελα να φύγω, να ξεφύγω μονάχα, όπου να 'ναι. Έτσι, λέω, γίνεται το σκόρπισμα μας, αυτός ο ξεριζωμός ο δικός μας. Δεν θέλουμε κάπου να πάμε. Θέλουμε να φύγουμε μόνο."


"Τις σοφίες μου τις ξανάπα, τις ξανασκέφτηκα. Και μένει ακόμα αυτό το κάτι που θέλω ακόμα να κάνω. Και δεν το ξέρω. Μονάχο του δεν έρχεται, με το δικό μου το μυαλό δεν το βρίσκω, κανένας δεν είναι να μου το δώσει. Και σκέφτομαι πάλι ― έτσι είναι αυτός ο δικός μας, ο σημερινός μας ο κόσμος. Όλα μας τα 'χει φτιασμένα, κανονισμένα, δεν λείπει τίποτα ― τον εαυτό σου μονάχα δεν ξέρεις τι να τον κάνεις."


"Έτσι τον έμαθα τον έρωτα. Έμαθα πως είναι μεγαλύτερος απ' τον άνθρωπο, είναι, λοιπόν, ακατόρθωτος. Μια φαντασία για κάποιον καιρό και καταλαγιάζει, σκορπίζεται. Και πρέπει, λέω, να 'ναι πολύ σπάνιο πράμα ― της τύχης ολότελα ― τα δυό πλάσματα να μπορούν να μείνουν ενωμένα, έτσι που το θέλαμε εμείς. Ο συμβισβασμός που μπορούν να κάνουν ― ορίστε, τον έκανα εγώ ― δεν είναι για να σώσουν τον έρωτα, είναι για να τον ξεφύγουν, να παραιτηθούν από αυτόν. Και πάλι δεν σώζεται τίποτα. Άλλοι μένουνε παραιτημένοι, μαζί και χωρίς τον έρωτα. Οι άλλοι χωρίζουν ― να μην τον προδώσουν. Κ' έτσι κι αλλιώς η πίκρα μένει μονάχα. Για πάντα. Δεν είναι που λείπει τ' αγαπημένο το πρόσωπο, αυτό που φάνηκε πως ήταν ο έρωτας. Είναι για την γνωριμιά του ακατόρθωτου. Γι' αυτή την αίσθηση του άφθαστου που έχω κι εγώ. Η Έρικα και κείνα τα τρένα τα μισητά μου που δεν πάνε πουθενά, γίναν ένα πράγμα. Είναι ο μεγάλος, ο άπιαστος κόσμος ― που δεν υπάρχει. Η φαντασία μας τον άγγιξε μια στιγμή με τον έρωτα. Μια στιγμή μονάχα ― και χάθηκε."


"Τους είδες τώρα, τους ξέρεις, πως τρέχουνε το πρωί στα λεωφορεία, πως κατεβαίνουνε στα μετρό, πως αραδιάζονται ― ανύπαρκτοι, τα νούμερα μόνο ― μπροστά στα πράσινα μηχανάκια με τις καρτέλες, πως το ζητάνε το βράδυ και κείνοι το κάτι αυτό το ανεκπλήρωτο, το δικό τους. Ως την άλλη μέρα, ως τ' άλλο πρωί, για να τον αρχίσουν πάλι τον ίδιο δρόμο, της δικής τους της μοναξιάς ο καθένας. Αυτής της μοναξιάς η συνείδηση, είναι η συνείδηση του εαυτού σου ― μέσα απ' αυτήν θα περάσει."


Μικρά αποσπάσματα από το Διπλό βιβλίο του Δ.Χατζή.

- Casper -
Δημοσιεύσεις: 1569
Εγγραφή: 01 Ιουν 2019, 15:14

Re: Αποσπάσματα

Μη αναγνωσμένη δημοσίευση από - Casper - » 23 Οκτ 2019, 00:58

Αναφορικά με τη ζωή στη φυλακή, μπορεί βέβαια να 'χει 
κανείς τις αντιρρήσεις του, — είπε ο πρίγκιπας.
Άκουσα τη διήγηση ενός ανθρώπου που έκανε στη 
φυλακή κάπου δώδεκα χρόνια. Ήταν ένας απ' τους
άρρωστους του καθηγητή  μου κι έκανε θεραπεία.
Τον έπιαναν κρίσεις, ώρες - ώρες ήταν ανήσυχος, έκλαιγε, 
και μια φορά μάλιστα δοκίμασε ν' αυτοκτονήσει. Η ζωή του στη φυλακή 
ήταν πολύ θλιβερή, σας βεβαιώ, δε θα μπορούσες όμως με 
κανέναν τρόπο να την πεις ζωή της πεντάρας.
Όλες κι όλες οι γνωριμίες του εκεί ήταν μια αράχνη κι ένα
δεντράκι που μεγάλωσε κάτω απ' το παράθυρό του... 
ωστόσο, καλύτερα λέω να σας διηγηθώ για μια άλλη μου 
συνάντηση που είχα πέρσι μ' έναν άνθρωπο. 
Υπήρχε κάτι παράξενο σ' όλ' αυτά, ιδιαίτερα παράξενο γιατί
σπάνια τυχαίνει κάτι τέτοιο. Ο άνθρωπος αυτός έφτασε μια 
φορά ίσαμε τον τόπο των εκτελέσεων και του είχαν διαβάσει 
κιόλας την απόφαση του τουφεκισμού του για κάποιο πολιτικό 
έγκλημα. Κάπου είκοσι λεπτά αργότερα του διάβασαν και 
την απόφαση απονομής χάριτος και του ορίστηκε μια
άλλη ποινή, ωστόσο όμως αυτός, στο διάστημα εκείνο, 
ανάμεσα στις δύο αποφάσεις, μέσα στα είκοσι κείνα λεπτά,
ή τουλάχιστο στα δέκα πέντε, έζησε με την απόλυτη
βεβαιότητα πως από στιγμή σε στιγμή θα πεθάνει. 
Τον άκουγα με τρομερή περιέργεια όταν καμιά φορά
άναθυμόταν τις τοτινές του εντυπώσεις κι αρκετές φορές
άρχιζα πρώτος εγώ και του 'κανα ερωτήσεις. Τα θυμόταν όλα 
πεντακάθαρα κι έλεγε πως ποτέ του δε θα ξεχάσει τίποτα 
από κείνες τις στιγμές. Κάπου  είκοσι βήματα πιο δω 
απ' τον τόπο της εκτέλεσης - όπου στέκονταν κόσμος και 
στρατιώτες είχαν μπήξει στο χώμα τρεις πασσάλους
γιατί οι κατάδικοι ήταν αρκετοί∙ τους τρεις πρώτους
τους πήγαν στους πασσάλους, τους έδεσαν, τους φόρεσαν 
το ρούχο των μελοθανάτων (άσπρες μακριές μπλούζες) 
και στα μάτια τους τους κατέβασαν άσπρες κουκούλες για να
μη βλέπουν τα ντουφέκια. Ύστερα, απέναντι σε κάθε πάσσαλο 
παρατάχτηκε το εκτελεστικό απόσπασμα - αρκετοί
στρατιώτες. Ο γνωστός μου στεκόταν όγδοος στη σειρά, έπρεπε 
λοιπόν να πάει στους πασσάλους με την  τρίτη τριάδα. Ο ιερέας πέρασε
μπροστά απ' όλους τους με το  σταυρό. Όλα έδειχναν πως είχε να ζήσει 
κάπου πέντε λεπτά, όχι περισσότερο. Μου 'λεγε πως εκείνα τα πέντε 
λεπτά του  φαίνονταν μια ατέλειωτη διορία, ένας τεράστιος θησαυρός∙ 
του φαινόταν πως μέσα σε κείνα τα πέντε λεπτά θα ζήσει τόσες ζωές, 
που προς το παρόν δεν υπάρχει κανένας λόγος να  σκέφτεται την τελευταία 
στιγμή
, τόσο μάλιστα που πήρε  ορισμένες αποφάσεις: υπολόγισε το χρόνο
για ν'  αποχαιρετήσει τους συντρόφους του, ξεχώρισε γι' αυτό δύο λεπτά πάνω‐κάτω,
άλλα δύο λεπτά τα ξεχώρισε να σκεφτεί για τελευταία φορά για τον εαυτό του, 
κι ό,τι απόμενε, είπε να κοιτάξει για στερνή φορά γύρω του. Είχε πλήρη συνείδηση
πως πήρε αυτές ακριβώς τις τρεις αποφάσεις και  τα 'χε έτσι ακριβώς υπολογίσει όλα. 
Πέθαινε είκοσι εφτά  χρονώ, γερός και δυνατός∙ αποχαιρετώντας τους συντρόφους του, 
θυμόταν πως σ' έναν απ' αυτούς είχε κάνει μια αρκετά  άσχετη ερώτηση κι ενδιαφέρθηκε
μάλιστα πολύ ν' ακούσει την απάντηση. Ύστερα, όταν αποχαιρέτησε τους συντρόφους του, 
ήρθε η σειρά για κείνα τα δυο λεπτά που τα 'χε υπολογίσει για να σκεφτεί για τον εαυτό του ∙
ήξερε απ' τα πριν τι θα σκεφτόταν: λαχταρούσε όλη την ώρα
να φανταστεί όσο μπορούσε πιο γρήγορα και πιο ζωηρά τούτο δω:
πώς γίνεται αλήθεια κι είναι τώρα ζωντανός
και σε τρία λεπτά θα 'ναι κιόλας κάτι, κάποιος ήκάτι,—μα ποιος; 
Πού; Αυτά λογάριαζε να τα ξεδιαλύνει μέσα σε κείνα τα δυο λεπτά!

Λίγο μακρύτερα ήταν μια εκκλησία, κι η  κορφή της
μητρόπολης με τον επίχρυσο τρούλο λαμποκοπούσε  μες στον ήλιο. 
Θυμόταν πως κοίταξε με τρομερή επιμονή κείνη τη στέγη και τις αχτίδες 
που αντανακλούσε το χρυσάφι της∙ δεν μπορούσε να ξεκολλήσει τη ματιά 
του απ' τις αχτίδες: του φαινόταν πως οι αχτίδες εκείνες ήταν η καινούργια 
του  φύση,  πως σε τρία λεπτά θα γίνει κατά κάποιον τρόπο ένα μαζί τους...
το άγνωστο κι η αποστροφή γι' αυτό το καινούργιο που  θα γίνει και θα 'ρθει
τώρ' αμέσως, ήταν κάτι το τρομερό∙
έλεγε ωστόσο πως εκείνη τη στιγμή 
δεν του βάραινε τίποτα τόσο την καρδιά όσο η αδιάκοπη σκέψη:
«Τι θα γινόταν, αν δεν πέθαινα! Τι θα γινόταν, αν ξανακέρδιζα τη ζωή — τι αιωνιότητα!
Κι όλ' αυτά θα 'ταν δικά μου! Τότε την κάθε στιγμή θα την είχα μεταβάλλει σε αιώνα, 
τίποτα δε θα 'χανα, την κάθε στιγμή θα την υπολόγιζα και θα τη λογάριαζα, 
τίποτα πια δε θα ξόδευα άσκοπα!»
 
Έλεγε πως τελικά, η σκέψη κείνη μεταμορφώθηκε μέσα του 
σ' ένα τέτοιο μίσος που άρχισε να λαχταράει να τον 
ντουφεκίσουν μια ώρα αρχύτερα.

Ο ηλίθιος - Ντοστογιέφσκι

Άβαταρ μέλους
Feindflug
Δημοσιεύσεις: 4274
Εγγραφή: 08 Φεβ 2019, 21:00
Τοποθεσία: Θεσσαλονίκη

Re: Αποσπάσματα

Μη αναγνωσμένη δημοσίευση από Feindflug » 23 Οκτ 2019, 16:01

Εικόνα
Dein Herz, meine Gier
Ab jetzt gehörst du nur mir

- Casper -
Δημοσιεύσεις: 1569
Εγγραφή: 01 Ιουν 2019, 15:14

Re: Αποσπάσματα

Μη αναγνωσμένη δημοσίευση από - Casper - » 23 Οκτ 2019, 18:11

Feindflug έγραψε:
23 Οκτ 2019, 16:01
Εικόνα
:(

parafrwn
Δημοσιεύσεις: 2031
Εγγραφή: 07 Απρ 2018, 07:52

Re: Αποσπάσματα

Μη αναγνωσμένη δημοσίευση από parafrwn » 23 Οκτ 2019, 18:13

"This is the way the world ends
Not with a bang but a whimper."

Άβαταρ μέλους
Feindflug
Δημοσιεύσεις: 4274
Εγγραφή: 08 Φεβ 2019, 21:00
Τοποθεσία: Θεσσαλονίκη

Re: Αποσπάσματα

Μη αναγνωσμένη δημοσίευση από Feindflug » 23 Οκτ 2019, 20:20

- Casper - έγραψε:
23 Οκτ 2019, 18:11
Feindflug έγραψε:
23 Οκτ 2019, 16:01
Εικόνα
:(
Δεν σου άρεσε το απόσπασμά μου;
Dein Herz, meine Gier
Ab jetzt gehörst du nur mir

- Casper -
Δημοσιεύσεις: 1569
Εγγραφή: 01 Ιουν 2019, 15:14

Re: Αποσπάσματα

Μη αναγνωσμένη δημοσίευση από - Casper - » 23 Οκτ 2019, 21:21

Feindflug έγραψε:
23 Οκτ 2019, 20:20
- Casper - έγραψε:
23 Οκτ 2019, 18:11
Feindflug έγραψε:
23 Οκτ 2019, 16:01
Εικόνα
:(
Δεν σου άρεσε το απόσπασμά μου;
Βεβαίως. Αγαπώ (και) τα λυπητερά.

- Casper -
Δημοσιεύσεις: 1569
Εγγραφή: 01 Ιουν 2019, 15:14

Re: Αποσπάσματα

Μη αναγνωσμένη δημοσίευση από - Casper - » 03 Νοέμ 2019, 23:11

Ακούγοντας αυτό:

και βλέποντας την τελευταία σκηνή με το ψαράκι, μου ήρθε κατευθείαν στο μυαλό το παρακάτω διήγημα...


Το ψαράκι της γυάλας

Το διήγημα δημοσιεύτηκε το 1971, στην περίοδο της δικτατορίας, και το θέμα του σχετίζεται με την ημέρα της επιβολής της (21 Απριλίου 1967).

Ο άνθρωπος, με τη φραντζόλα υπομάλης, είναι ο ίδιος που πριν δυο χρόνια περίπου κρατούσε καρπούζι. Τότε ήταν Ιούλιος και φυσικά υπήρχαν καρπούζια, ενώ τώρα Απρίλης και πήρε φρατζόλα. Βέβαια και καρπούζια να υπήρχανε, πράγμα αφύσικο για μήνα Απρίλη, αυτός πάλι για φρατζόλα στο φούρνο θα πήγαινε, όπως άλλωστε όλος ο κόσμος.

Μέσα στο γενικό πανικό, πέσαν όλοι στα τρόφιμα. Περίμενε κι αυτός κάπου μισή ώρα σειρά και στο τέλος βρέθηκε με μια ζεματιστή φρατζόλα στο χέρι. Άλλοι παίρνανε τρεις και τέσσερες, αυτός μόνο μία. Για τη δουλειά που την ήθελε και μία αρκούσε. Την έβαλε κάτω από τη μασχάλη και πήρε τους δρόμους.

Το σωστό είναι όταν κάποιος κρατάει μία φρατζόλα, να πηγαίνει στο σπίτι του. Όμως ο δικός μας δεν μπορούσε να πάει. Στη συνοικία που έμενε, από τα χαράματα είχαν αρχίσει συλλήψεις και μόλις πρόλαβε να ντυθεί βιαστικά, πετάχτηκε έξω και ξεμάκρυνε γρήγορα, αναζητώντας το πιο κατάλληλο αντικείμενο για καμουφλάζ στις κινήσεις του.

Σ' όλους τους ανθρώπους, ακόμα και στους πρωτόγονους, είναι γνωστή η αξία χρήσης των αντικειμένων. Στις προηγμένες εμπορευματικές κοινωνίες τα πράγματα φυσικά έχουν και μια άλλη αξία, την ανταλλακτική, όπως συνήθως τη λένε. Στην Ελλάδα εκτός απ' αυτές τις δύο γνωστές και πολυσυζητημένες αξίες έχει ανακαλυφθεί και μια τρίτη: Η παραλλακτική, που παίζει σημαντικό ρόλο στις έκτακτες περιστάσεις που ζει τόσο συχνά αυτός ο τόπος. Είναι δε η παραλλακτική αξία ενός πράγματος απευθείας ανάλογη της εφευρετικότητας του παραλλάκτη και της αντίληψης του αστυνομικού οργάνου που επιχειρεί να παραπλανήσει. Δηλαδή, όσο πιο ατσίδας είναι ο αστυνομικός, τόσο πιο πειστικό πρέπει να είναι το αντικείμενο που κρατάει ο παραλλάκτης στα χέρια του, για να λειτουργήσει ο νόμος της παραλλαγής.

Στα Ιουλιανά, πηγαίνοντας ο άνθρωπός μας στις συγκεντρώσεις είναι αλήθεια, πάντα στα άκρα, κρατούσε κι ένα καρπούζι. (Αξία παραλλαγής). Αν γινόταν καμιά φασαρία, γλιστρούσε, δείχνοντας στους αστυνομικούς το καρπούζι: «Είμαι ένας φιλήσυχος άνθρωπος και πάω στο σπίτι μου».

Πραγματικά, πήγαινε σπίτι, φορούσε πιζάμες, παντόφλες, κι εκεί στη βεράντα, έκοβε το καρπούζι και το 'τρωγε, (αξία χρήσης πια τώρα), μέχρι που έκανε τις φλούδες του πάπυρο. Αυτό ήταν και το βραδινό του. Τα τελευταία χρόνια, σαβουρώνοντας ό,τι του λάχαινε, είχε παραβαρύνει από σάλτσες κι αποφάσισε να κάνει δίαιτα. Όμως η κοιλιά κρέμονταν πάντα εκεί μπροστά του μακρουλό καρπούζι, κι όσο κι αν έλεγε ν' αρχίσει την επομένη ασκήσεις, αυτές ποτέ δεν γινόντανε. Βαριόντανε. Βαριόντανε ν' ασχοληθεί ακόμα και με τα φερ-φορζέ, στολίδι της βεράντας του, γιατί το θέλανε πια ένα πέρασμα λευκή λαδομπογιά. Ήταν και το χρυσόψαρο στη γυάλα, και κάθε τόσο έπρεπε ν' αλλάξει το νερό, μια ασχολία κι αυτή που του φαίνονταν βαρετή.

Τα τελευταία χρόνια είχε κι αυτός την Καπούη* του: Ένα σπιτάκι με βεράντα που έβλεπε προς το βουνό. Αφού έζησε τη μισή ζωή του σε θαλάμους φυλακής και σε τσαντήρια εξορίας, μετά από τόσες στερήσεις, όταν κάποτε βρέθηκε ελεύθερος, μπλέχτηκε με κάτι οικόπεδα, κέρδισε ξαφνικά μερικά λεφτουδάκια κι αγόρασε αυτό το σπιτάκι όπου και ζούσε μονάχος.

Για παντρειά δεν αποφάσιζε. «Δεν ξέρεις τι γίνεται πάλι», έλεγε κάθε φορά που του φέρναν εκεί την κουβέντα. «Ο γάμος σε δένει με τούτον τον κόσμο, ευθύνες, παιδιά. Εγώ έχω ένα παρελθόν κι ένα αβέβαιο μέλλον».

Κι όμως, έστω χωρίς γάμο μα με μόνο το σπίτι, δημιουργούσε γερό δέσιμο με τούτον τον κόσμο κι αγεφύρωτο χάσμα με το παρελθόν. Γιατί δεν ήταν μόνο οι τέσσερεις τοίχοι στολισμένοι με κάδρα, παράθυρα δίχως κάγκελα και μια πόρτα που την άνοιγε όποτε ήθελε, δεν ήτανε φυσικά αιτίες να ξεκόψει από την παλιά του ζωή μόνον αυτά. Ήταν κι ένα σαλονάκι δανέζικο. Ήταν κι ένα κρεβάτι μ' αναπαυτικό στρωματέξ. Σόμπα στα χειμωνιάτικα βράδια, ψυγείο για τα καυτά καλοκαίρια, παγάκια, και μια σειρά άλλα ψιλοπράγματα εκ πρώτης όψεως που δεν είχε συναντήσει στους ηρωικούς αλλά τόσο σκληρούς χώρους της νιότης του.

Είναι αλήθεια, καλά καλά δεν είχε ξεκόψει με το παρελθόν. Όσο μπορούσε συνέχιζε, πηγαίνοντας στις συγκεντρώσεις, παραγγελτικά φυσικά, δίνοντας τακτικά τη συνδρομή του κι ακούγοντας στο πικάπ δίσκους που αποκλειστικά αναφέρονταν σε κείνα τα δύσκολα χρόνια.

Ήταν ωραία ν' ακούς στους δίσκους για καημούς και στερήσεις, για μια υπεράνθρωπη προσπάθεια, άσχετα αν δεν κατάληξε κάπου, για μια στάση ηρωική που μετείχε κι ο ίδιος. Ήταν πολύ ωραία να κάθεσαι στη σαιζ λογκ και ν' αναπολείς ακόμη και τους περασμένους πόνους σου, απαλότεροι τώρα, τυλιγμένοι στο μύθο, σα να μη συνέβηκαν σε σένα τον ίδιο. «Ε, πάει περάσανε όλα. Δύσκολα χρόνια, αλλά είχε μια ομορφιά αυτή η ιστορία». Ήταν καλά μέσα στο σπίτι του με τις αναμνήσεις και το πικάπ· ήταν πολύ καλά έτσι που ζούσε, τι αρχίσανε πάλι να πάρει ο διάβολος, τι φταίει να παίρνει πάλι μπάλα τους δρόμους;

Ήταν μια χαρά βολεμένος και τώρα το κυνηγητό και πού να πάει; Ποια δύσπιστη πόρτα να χτυπήσει, που όλοι, συγγενείς, γνωστοί, φίλοι, θα είχανε την ίδια αιτία; Πολλοί απ' αυτούς τώρα θα 'ταν κιόλας πιασμένοι κι άλλοι ίσως τριγυρίζουν όπως κι ο ίδιος με μια φρατζόλα στο χέρι.

Έκανε ένα μεγάλο κύκλο μακριά απ' το κέντρο. Πέρασε Βύρωνα, Δάφνη κι έπεσε στην Καλλιθέα. Ήταν μια καλή άσκηση. Είχε καιρό να περπατήσει τόσο πολύ. Κι ήταν ένα φωτεινό πρωινό, λες επί τούτου φτιαγμένο για ένα μεγάλο περίπατο. Ασυναίσθητα άρχισε να τσιμπάει τη γωνιά της φρατζόλας, ενώ ταυτόχρονα του 'ρθανε αισιόδοξες, σκέψεις: «Μπα, δεν κρατάει για πολύ αυτή η κατάσταση. Όπου να 'ναι θα πέσουν».

Τώρα όποιος θα 'θελε να ψιλοκοσκινίσει αυτό το απόφθεγμα θα παρατηρούσε ότι η αοριστία της πρώτης πρότασης συνεχίζεται μέσα στη δεύτερη κι αυτό οφείλεται στη χρησιμοποίηση τρίτου προσώπου. Βέβαια, η χρήση πρώτου προσώπου και μάλιστα ενικού αριθμού στη συγκεκριμένη περίπτωση, θέλει καρδιά και προσωπική προπαρασκευή για τέτοιο ενδεχόμενο.

«Πώς θα πέσουν;» άκουσε μια φωνή μέσα του, «όπως τα ώριμα φρούτα από μόνα τους ή τινάζοντας το δέντρο γερά;». «Θα τους ρίξει ο λαός», διόρθωσε πικραμένος λιγάκι, γιατί ήτανε δεδομένο ότι θεωρούσε τον εαυτόν του ένα μ' αυτό το λαό κι επομένως δεν έβγαζε την ουρά του απ' έξω. Ναι, αλλά τότε, έπρεπε να κινηθεί προς το κέντρο εκεί που μπορούσε να διαδραματιστούν γεγονότα, να συμμετάσχει σ' αυτά ή μήπως πίστευε στη θεωρία της πρωτοπορίας (τα στελέχη χρειάζονται) κι έπρεπε να φυλαχτεί;

«Δεν μπορώ» σκέφτηκε, «προς το κέντρο δεν πάνε τα πόδια μου. Όσο κι αν το βλέπω σωστό, μου είναι αδύνατο. Ας ενεργήσουν οι άλλοι, ας κατεβούνε στο κέντρο οι νέοι».

Είχε φτάσει σε μια περιοχή που κατοικούσε μια μακρινή εξαδέλφη του.

Δίστασε να πάει προς το σπίτι της. Όμως το στόμα του ήταν πικρό απ' τα τσιγάρα και του χρειαζόντανε ένας καφές. Τελικά τ' αποφάσισε.

— Τι γίνεται; ρωτούσε της ξαδέρφης ο άντρας, γερό παλικάρι και γερό μεροκάματο.

— Τι γίνεται; ρώτησε κι ο ίδιος μην ξέροντας τι ν' απαντήσει.

— Θα 'χει την Κυριακή ποδόσφαιρο άραγε;

— Πού να ξέρω; είπε εκείνος που έρχονταν απ' έξω.

— Τι μας βρήκε! Τι μας βρήκε! έκανε απελπισμένος ο άλλος κι έπιασε το μέτωπό του. Έχεις και το ραδιόφωνο, μόνο εμβατήρια παίζει. Για τα γήπεδα τίποτε.

Ο δικός μας ρούφηξε καυτό τον καφέ του, προσπαθώντας να γλιτώσει το γρηγορότερο από της εξαδέλφης τον άντρα κι από τα άσματα του ραδιοφώνου, και πετάχτηκε πάλι στο δρόμο, αυτή τη φορά μ' ένα νευρικό, σβέλτο βήμα. Πρώτη φορά περπατούσε μ' αυτό τον τρόπο κι απορούσε κι ο ίδιος όταν τσάκωσε τον εαυτό του να δουλεύει μέσα του το εμβατήριο, θα μπορούσε να πει πως το σιγομουρμούριζε κιόλας;

Το πυροβολικό, το πυροβολικό,
το πυροβολικό, πολύ το αγαπώ.

Παρατήρησε ότι κι ένας άλλος άνθρωπος που βάδιζε μπρος του πήγαινε με τον ίδιο ρυθμό, τον ίδιο βηματισμό, λες και μικροσκοπικά μεγάφωνα κολλημένα εκεί δίπλα στ' αυτιά του μετέδιδαν το γνωστό εμβατήριο. Ήταν φορτωμένος μια τσάντα φίσκα με τρόφιμα κι αυτό κάθε φορά τον έκανε να χάνει το βήμα του. Όμως αμέσως ένα πηδηματάκι κουτσό, και το έβρισκε. Τον πήρε από πίσω. Δύο τετράγωνα παραπέρα τον ρούφηξε μια πόρτα. Αυτόν θα τον περίμενε ίσως μια γυναίκα με τα νυχτικά, ο απέναντι γείτονας για κανένα ουζάκι, ο μπατζανάκης μ' έτοιμο στρωμένο το τάβλι. Τίποτε δεν άλλαξε γι' αυτόν. Μόνο ένα κουτσό βηματάκι κι αμέσως ήτανε με το ρυθμό της ημέρας κι αυτό του επέτρεπε να κοιμάται στο σπίτι του.

Γιατί λοιπόν να μην κάνει κι ο ίδιος αυτή τη μικρή προσαρμογή, πάντα θα περπατούσε παράταιρα; Ένα τίποτε είναι η αποδοχή της κατάστασης κι έπειτα γυρίζεις στο σπίτι σου. Βέβαια μπορεί εκεί να μην τον περίμενε μια γυναίκα με το νυχτικό, ένας μπατζανάκης, οι γείτονες να κάνουν παρέα, όμως είχε εκείνο το ψαράκι στη γυάλα, και ποιος θα του αλλάζει το νερό; Είναι μια ζωούλα κι αυτό, έχει ευθύνη. Το φαντάζονταν να κόβει βόλτες στο στενό χώρο της γυάλας. Έκανε όλο χάρη κινήσεις, δείχνοντας τη χρυσή του κοιλιά, πότε τα πλαϊνά του πτερύγια. Το στόμα του ανοιγόκλεινε ρυθμικά. Και ξαφνικά η αναπνοή του γινόντανε γρήγορη, ασφυκτιούσε. Τώρα σπαρτάραγε, πνίγονταν, έπεφτε μολύβι το σώμα του στον πάτο της γυάλας.

Έβγαλε το μαντίλι απ' την κωλότσεπη και σφούγγισε το ιδρωμένο του μέτωπο. «Δε γίνεται» σκέφτηκε, «πρέπει να πάω». Έπρεπε να νοιαστεί το ψαράκι. Το μόνο που μπορούσε να κάνει αυτή την κρίσιμη μέρα ήταν ν' αλλάξει στο ψάρι νερό. Για τ' άλλα τα σοβαρά και μεγάλα, δεν είχε δύναμη.

Επέστρεφε μέσα στο απριλιάτικο απόγευμα σπίτι του κι ήταν παρμένη η απόφαση. Εκεί θα κλειδώνονταν κι ας έρχονταν από εκεί να τον πάρουν. Σουρουπώνοντας έμπαινε στην Καισαριανή.

Άβαταρ μέλους
sibylic
Δημοσιεύσεις: 1822
Εγγραφή: 11 Απρ 2018, 17:44

Re: Αποσπάσματα

Μη αναγνωσμένη δημοσίευση από sibylic » 14 Νοέμ 2019, 13:25

"...δέν υπάρχουν δικαστήρια ούτε δικαστές γιά νά
δικάσουν κανένα,οπότε ούτε καί καταδίκες, τά ενυπόστατα
πάθη θά μάς κατατρέχουν αυτά μάς καταδικάζουν....."

από τήν αναφορά τού Vladimir Solovyov στόν "Φάουστ" τού Goethe
de gustibus et de coloribus non disputantus est

Πάνας
Μέλη που αποχώρησαν
Δημοσιεύσεις: 11180
Εγγραφή: 30 Μαρ 2018, 21:08

Re: Αποσπάσματα

Μη αναγνωσμένη δημοσίευση από Πάνας » 17 Νοέμ 2019, 01:06

Κι ήμουν στο σκοτάδι. Κι ήμουν το σκοτάδι.
Και με είδε μια αχτίδα.

Δροσούλα το ιλαρό το πρόσωπό της
κι εγώ ήμουν το κατάξερο ασφοδίλι.
Πώς μ’ έσεισε το ξύπνημα μιας νιότης,
πώς εγελάσαν τα πικρά μου χείλη!

Σάμπως τα μάτια της να μου είπαν
ότι δεν είμαι πλέον ο ναυαγός κι ο μόνος,
κι ελύγισα σαν από τρυφερότη,
εγώ που μ’ είχε πέτρα κάνει ο πόνος.

Καρυωτάκης

Πάνας
Μέλη που αποχώρησαν
Δημοσιεύσεις: 11180
Εγγραφή: 30 Μαρ 2018, 21:08

Re: Αποσπάσματα

Μη αναγνωσμένη δημοσίευση από Πάνας » 17 Νοέμ 2019, 18:56

O παππούς και το εγγονάκι


O παππούς είχε γεράσει πολύ. Τα πόδια του δεν τον πήγαιναν, τα μάτια του δεν έβλεπαν, τ’ αυτιά του δεν άκουγαν. Δόντια δεν είχε. Κι όταν έτρωγε, του χυνόταν το φαγητό. O γιος του και η νύφη του δεν τον έβαζαν πια μαζί τους στο τραπέζι, αλλά του ’διναν να φάει πάνω στη μεγάλη χτιστή χωριάτικη θερμάστρα όπου πλάγιαζε.
Κάποτε που του βάλανε να φάει στο πήλινο πιάτο, του ξέφυγε από τα χέρια, έπεσε κι έσπασε. Η νύφη του άρχισε τότε να τον μαλώνει πως όλα τα χαλάει στο σπίτι και σπάει τα πιάτα. Τέλος του είπε πως αποδώ και πέρα θα του 'διναν να τρώει στην ξύλινη γαβάθα. O παππούς αναστέναξε μόνο και δεν είπε τίποτα.
Μια μέρα ο άντρας με τη γυναίκα του παρακολουθούσαν που ο γιος τους μαστόρευε κάτι σκαλίζοντας ένα μικρό κούτσουρο. O πατέρας λοιπόν τον ρώτησε:
«Τι φτιάχνεις εκεί, Μίσα;».
Κι ο Μίσα απαντά:
«Φτιάχνω μια μεγάλη γαβάθα, πατερούλη. Όταν εσύ κι η μάνα μου γεράσετε, θα σας ταΐζω σ' αυτήν τη γαβάθα».
O άντρας κι η γυναίκα του κοιτάχτηκαν και δάκρυσαν. Νιώσανε ντροπή που είχαν προσβάλει τον παππού. Κι από τότε τον βάλανε να τρώει μαζί τους στο τραπέζι και τον πρόσεχαν όπως πρέπει.


Λέων Τολστόι

Άβαταρ μέλους
νύχτα
Δημοσιεύσεις: 3045
Εγγραφή: 03 Μαρ 2019, 12:18

Re: Αποσπάσματα

Μη αναγνωσμένη δημοσίευση από νύχτα » 02 Δεκ 2019, 21:41

Με μεγάλωσαν εντελώς μόνο κι απ’ όσο θυμάμαι, κάθε τι που ‘χε σχέση με το σεξ, μου ‘φερνε αγωνία.
Ήμουν γύρω στα δεκάξι όταν γνώρισα στη παραλία του χωριού Χ. ένα κορίτσι συνομήλικό μου, τη Σιμόν.
Οι οικογένειές μας είχανε μακρινή συγγένεια, γι’ αυτό και τα πρώτα μας πάρε-δώσε, προχωρήσανε πολύ γρήγορα.
Τρεις μέρες μετά τη γνωριμία, βρεθήκαμε μόνοι οι δυο μας στη βίλα της.
Φορούσε μαύρη ποδιά μ’ άσπρο κολαριστό γιακά. Είχα αρχίσει να συνειδητοποιώ πως το άγχος
που μ’ έπιανε όταν την έβλεπα, την έπιανε κι εκείνη με μένα, ένα άγχος που τη μέρα κείνη, ήταν ακόμα
μεγαλύτερο επειδή έλπιζα πως κάτω από τη ποδιά της ήταν τελείως γυμνή.

Φορούσε μαύρες μεταξωτές κάλτσες που φτάνανε πάνω από το γόνατο, ακόμα όμως δεν είχα καταφέρει
να τη δω μέχρι τον κώλο (αυτή η λέξη, που χρησιμοποιούσαμε πάντα με τη Σιμόν, ήτανε για μένα το πιο ωραίο απ’ όλα τα ονόματα του σεξ). Φανταζόμουνα μόνο πως έτσι και σήκωνα λιγάκι τη ποδιά από πίσω, θα ‘βλεπα τ’ απόκρυφα μέρη της.


Σε μια γωνιά του διαδρόμου ήταν αφημένο ένα πιάτο με γάλα για τη γάτα.
-”Τα πιάτα είναι για να καθόμαστε”, είπε η Σιμόν. “Τι στοίχημα βάζεις ότι μπορώ να κάτσω μες στο πιάτο”;
-”Βάζω στοίχημα πως δε θα τολμήσεις”, απάντησα σχεδόν με κομμένη ανάσα.
Έκανε αφόρητη ζέστη. Η Σιμόν ακούμπησε το πιάτο σ’ ένα σκαμνάκι, στήθηκε μπρος μου και με τα μάτια της
καρφωμένα στα δικά μου, κάθισε χωρίς να μπορώ να τη δω κάτω από τη ποδιά και μούσκεψε τους ζεματιστούς
γλουτούς της στο δροσερό γάλα. Μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι κι άρχισα να τρέμω, ενώ αυτή κοίταζε το σηκωμένο
πέος μου που πίεζε από μέσα το πανταλόνι μου. Έμεινα έτσι για λίγο ασάλευτος μπροστά της.
Δε κουνήθηκε από τη θέση της και για πρώτη φορά, είδα τη ροδόμαυρη σάρκα της που δροσιζότανε μες στο κάτασπρο γάλα.
Καθίσαμε σ’ αυτή τη στάση πολλήν ώρα κι είμασταν κι οι δυο συγκλονισμένοι…
Ξαφνικά σηκώθηκε πάνω κι είδα το γάλα να τρέχει στα μπούτια της και να φτάνει ως τις κάλτσες.
Σκουπίστηκε κανονικά μ’ ένα μαντίλι, όρθια πάνω από το κεφάλι μου, με το ‘να πόδι στο σκαμνάκι κι εγώ
έτριβα μ’ όλη μου τη δύναμη τον πούτσο μου πάνω από το πανταλόνι, σφαδάζοντας από κάβλα, στο πάτωμα.
Έτσι φτάσαμε σχεδόν ταυτόχρονα σ’ οργασμό χωρίς καν να ‘χουμε αγγιχτεί. Όταν όμως γύρισε η μητέρα της κι η Σιμόν
χώθηκε τρυφερά στην αγκαλιά της, εκμεταλλεύτηκα την ευκαιρία και χωρίς να με δούν, επειδή καθόμουνα σε χαμηλή
πολυθρόνα, σήκωσα από πίσω τη ποδιά κι έχωσα, ανάμεσα από τα καφτά της μπούτια, το χέρι μου βαθιά μες στον κώλο της.
Γύρισα τρέχοντας σπίτι με τη λαχτάρα να τραβήξω κι άλλη μια μαλακία και τ’ άλλο βράδι, τα μάτια μου ήτανε τόσο
κομμένα, που η Σιμόν, αφού πρώτα με κοίταξε καλά-καλά, έκρυψε το πρόσωπό της στον ώμο μου κι είπε σοβαρά:
-”Δε θέλω να μαλακιστείς άλλη φορά χωρίς εμένα”.


Η Ιστορία του Ματιού, Georges Bataille
night°ing

Απάντηση


  • Παραπλήσια Θέματα
    Απαντήσεις
    Προβολές
    Τελευταία δημοσίευση

Επιστροφή στο “Λογοτεχνία”

Phorum.com.gr : Αποποίηση Ευθυνών